Ειδωλολατρική Πρωτομαγιά
Για μια σειρά εθνών και πίστεων του αρχαίου κόσμου στη Γηραιά Ήπειρο, η Πρώτη Μαϊου αποτελούσε ημέρα γιορτής της επιστροφής της Άνοιξης. Τελετές συνδεδεμένες με την έλευση του θέρους – του οποίου η πρωτομαγιά θεωρούνταν η πρώτη μέρα-, την αναγέννηση της ζωής, την ανθοφορία, τη γονιμότητα και την πολυχρωμία της Φύσης οργανώνονταν από όλες τις κοινότητες.

Ο απόηχός τους είναι παρών στις πρωτομαγιάτικες εξόδους για “να πιάσουμε το Μάη”, να μαζέψουμε άνθη και να πλέξουμε το στεφάνι αυτής της πρωτομηνιάς. Για τους αρχαίους Ρωμαίους και τους Ιταλούς επιγόνους τους, οι γιορτές περιελάμβαναν απαραιτήτως χορούς και τραγούδια γύρω από το γαϊτανάκι, του οποίου η ονομασία του στις λατινογενείς γλώσσες συνεχίζει να παραπέμπει στο Μάη και την ανθοφορία: Mayo – Μάιος στα ισπανικά, Maypole στην αγγλική, Ornato di fiori – διακοσμημένο με άνθη στα ιταλικά, Maibaum – Δέντρο του Μαγιού στα γερμανικά…
Ειδικά στη Γερμανία και τις σκανδιναβικές χώρες, η νύχτα της 30ης Απριλίου προς την 1η Μαϊου είναι γνωστή ως Βαλπουργία Νύχτα και υποτίθεται ότι οι εορτασμοί που λαμβάνουν χώρα είναι προς τιμήν της Αγίας Βαλπούργας των Σαξώνων, που κοιμήθηκε το 779 και αγιοποιήθηκε πρωτομαγιά. Ωστόσο, είναι προφανής ο παγανιστικός χαρακτήρας των εθίμων, που τιμούν την άνοιξη με υπαίθριες εορταστικές φωτιές και το μάζεμα άνθεων την αυγή, για το στολισμό των σπιτιών τους.
Κεντρικό ρόλο στους εορτασμούς έχουν οι μάγισσες, που εκείνο το βράδυ πιστεύεται ότι κυκλοφορούν στους ουρανούς καβάλα στις σκούπες τους. Για να τις κρατηθούν μακρυά από τους εορτασμούς, οι λαμβάνοντες μέρος στους εορτασμούς φυσούν κέρατα και χτυπούν μαστίγια στο χώμα. Στην Τσεχοσλοβακία αδειάζουν ένα τσουβαλάκι άμμο ή βάζουν μπόλικο φρεσκοκομμένο γρασίδι στην πόρτα τους, γιατί ο θρύλος θέλει τις μάγισσες να μη μπαίνουν μέσα αν δε μετρήσουν το τελευταίο κλαράκι, τον έσχατο κόκκο.
Στις αγγλοσαξωνικές χώρες, οι παρελάσεις με το γαϊτανάκι έχουν επικεφαλής την Βασίλισσα του Μαγιού, μιά νεαρή, όμορφη έφηβη η οποία στέφεται βασίλισσα της μέρας με ένα στεφάνι λουλούδια, αποτελώντας ιδανικό σύμβολο της σφριγηλότητας, της γονιμότητας και της νεότητας της ανοιξιάτικης γης. Ανήμερα την πρωτομαγιά, σε όλες τις ευρωπαϊκές παραδόσεις, το έθιμο θέλει πικ νίκ στη φύση, κρασί, χορό και τραγούδι.
Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι, η παγανιστική πρωτομαγιά, η οποία κατάφερε να μεταλλαχθεί ελαφρά και να επιβιώσει και στους χριστιανικούς χρόνους της Ευρώπης, δεν μπόρεσε να περάσει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Οι ευρωπαίοι μέτοικοι των πρώτων κοινοτήτων προέρχονταν από αυστηρές χριστιανικές σέχτες και απαγόρευαν τα έθιμα αυτά ως ειδωλολατρικά, οπότε η παράδοση των εορτών της γονιμότητας και της ανθοφορίας έσβησε.
Γεννημένη Πρωτομαγιά
“Μη φοβάστε την εξουσία, μη φοβάστε κανέναν. Εσείς πληρώνετε την εξουσία κι αυτή πρέπει να σας προστατέψει. Είστε η πλειονότητα του πληθυσμού. Εσείς δημιουργείτε τον πλούτο γι αυτό σας λέω, συνεχίστε να αγωνίζεστε, ακόμη κι αν κανείς άλλος Δε βρεθεί στο πλευρό σας, εγώ θα είμαι εκεί”.
Σύμφωνα με όλες τις σοβαρές εγκυκλοπαίδειες του κόσμου η Μέρι Χάρις γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1830. Ήταν ένα άγιο ψέμα που η ίδια η Μέρι θέλησε να διαδοθεί, και κατόρθωσε να τους ξεγελάσει όλους, μέχρι τις πιο πρόσφατες ιστορικές έρευνες.
Γιατί, η πιο σημαντική Πρωτομαγιά στην Ιστορία της ανθρωπότητας, εκείνη η Πρωτομαγιά του Σικάγο, ήταν που σημάδεψε για πάντα τη ζωή της, που την αναβάπτισε ως άνθρωπο, μες στο αίμα των αδικοχαμένων αναρχικών. Στην πραγματικότητα, η Μέρι Χάρις είχε γεννηθεί την 1η Αυγούστου, μπορεί το 1830, ίσως όμως και το 1837. Κι η ζωή της έμοιαζε κοινότοπη, πριν από κείνη την πρωτομαγιά και την πρώτη της ουσιαστική συνάντηση με τα συνδικάτα των εργατών.
Η μεγάλη σε ηλικία κυρία Χάρις-Τζόουνς ήταν μια περίεργη φιγούρα. Γλυκιά, με τα στρογγυλά μεταλλικά γυαλάκια της, μόλις 1,50 στο ύψος, στα 60, τα 70, τα 80, τα 90 της χρόνια, καθοδηγούσε με πάθος και μια δύναμη δοσμένη από το Θεό, λες, τους κουρασμένους, τους απελπισμένους, τους πιο εξαθλιωμένους των αμερικανών εργατών. Ταξίδευε χιλιάδες χιλιόμετρα για να βρεθεί κοντά στους εργάτες, στις χειρότερες συνθήκες, εκεί όπου τα αφεντικά έπνιγαν στο αίμα απεργίες, εκεί που την περίμεναν μπράβοι -που, ευτυχώς, ξεγελιόταν από το γλυκό, μητρικό της ύφος. Ως τα 100 της -γιατί έφτασε τα 100- ζητούσε από όλους ένα πράγμα: “Γραφτείτε στο Συνδικάτο”.
Επικεφαλής πορείας
Το σλόγκαν της αυτό ήταν και η κραυγή με την οποία την υποδέχονταν οι εργάτες όπου κι αν πήγαινε. Μαζί με την παράκληση “να τα πει” -να δανείσει την παθιασμένη, δυνατή φωνή της σε κείνους που κανείς δεν ήθελε να ακούσει. “Πες τα, Μάνα, γιατί εγώ δεν μπορώ!”.
Αυτή η μητρική φυσιογνωμία, που χαρακτηρίστηκε “γιαγιά κάθε αγκιτάτορα”, που στη Γερουσία την αποκάλεσαν “πιο επικίνδυνη γυναίκα σε όλη την Αμερική”, είναι ένα αληθινό μνημείο κουράγιου και προσπάθειας, που ανήκει στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, όσο του ανήκει κι η πρωτομαγιά του Σικάγο.
Γεννήθηκε στο Κορκ της Ιρλανδίας, κόρη ενός Ιρλανδού πατριώτη. Λίγο μετά τη γέννησή της, η πατριωτική δράση του πατέρα της τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη χώρα κι έτσι η Μαίρη μεγάλωσε στο Τορόντο. Τελειώνοντας το λύκειο, άρχισε να εργάζεται σα δασκάλα. Γνωρίστηκε με το σιδηρουργό καιν συνδικαλιστή Τζορτζ Τζόουνς και τον παντρεύτηκε το 1861.
Ως το 1867 ο Τζορτζ κι η Μαίρη είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά. Ο Τζορτζ πάλευε με το σωματείο για τα δικαιώματα των εργατών κι η Μαίρη πάλευε να μεγαλώσει τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια. Όταν όμως, η επιδημία κίτρινου πυρετού έπληξε το Μέμφις, η Μαίρη έχασε, μες σε λίγες μέρες, τον άνδρα της και τα παιδιά της. Τίποτε δεν την κρατούσε στο Νότο, πια. Μεταναστεύει στο Σικάγο. Αφήνει τη διδασκαλική για τη μοδιστρική. Με σκληρή δουλειά και κόπο, κατορθώνει να στήσει ένα μικρό στούντιο στο κέντρο της πόλης, που έγινε παρανάλωμα πυρός στη μεγάλη πυρκαγιά του Σικάγο, το 1871.
Αγία των Εργατών
Κατεστραμμένη, στράφηκε στους “Ιππότες της Εργασίας”, μια ισχυρή εργατική οργάνωση. Εντάσσεται εκεί. Αφιερώνεται στον συνδικαλιστικό αγώνα κι αναλαμβάνει, με τους πύρινους λόγους της και την γενναία στάση της, το ρόλο συντονίστριας σε μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις, που συντάραξαν τις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι στο πλευρό των ανθρακωρύχων, των εργατών των σιδηροδρόμων, των ανθρώπων που αγωνίζονται κατά της παιδικής εργασίας.
Ταξιδεύει από άκρου εις άκρον της μεγάλης χώρας, μια εξηντάρα ασπρομάλλα γιαγιά με κάμποσα κιλά παραπάνω κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο ταιριαστό σε καλή μαγείρισσα. Μαγειρεύει αγώνες, απεργίες, κινητοποιήσεις –και, κάποτε, το συσσίτιο των εργατών, μοιράζοντας σούπα και παθιασμένες πολιτικές κουβέντες, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της επανάστασης. Είναι η εποχή που οι εργάτες της Αμερικής αρχίζουν να την αποκαλούν, όλο τρυφερότητα, Μάνα Τζόουνς (Mother Jones).
Με αυτό το όνομα έμεινε στην Ιστορία. Το 1890 πρωτοστατεί στην ίδρυση του Σωματείου των ανθρακωρύχων, κι όταν το 1908 η 70χρονη γιαγιά θα συλληφθεί στη μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων στο Πέιντ Κρικ, ενώ οι μπράβοι των αφεντικών σκοτώνουν, επιτιθέμενοι με αυτόματα, τους απεργούς και τις οικογένειές τους, όχι απλά θα μετατραπεί σε σύμβολο, αλλά, η καταδίκη της σε 20ετή φυλάκιση για υποκίνηση των επεισοδίων, συνωμοσία και στάση, θα απειλήσει την αμερικάνικη οικονομία. Με παρέμβαση της Γερουσίας θα διεξαχθεί έρευνα κι η γηραιά επαναστάτρια θα απαλλαγεί των κατηγοριών και θα ελευθερωθεί.
Η ζωή της είναι γεμάτη ιστορίες στα σύνορα του θρύλου. Όμως, μία έχει βρει θέση ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια των ΗΠΑ: Ήταν 73 ετών όταν ετέθη επικεφαλής των ανηλίκων εργατών κλωστοϋφαντουργίας, παιδιών με κομμένα δάχτυλα από τους αργαλειούς, πεινασμένα, αμόρφωτα, που δούλευαν 60 ώρες τη βδομάδα για ένα κομμάτι ψωμί. Τους οδήγησε, σε μια μοναδικής έντασης πορεία, από τη Φιλαδέλφεια στη Νέα Υόρκη, όπου ήλπιζαν να συναντήσουν τον πρόεδρο Ρούζβελτ και να του ζητήσουν να δώσει τέλος στην παιδική εργασία. Πάνω από δύο εκατομμύρια παιδιά δούλευαν υπό τέτοιες συνθήκες στις ΗΠΑ.
Θαμμένη με τ’ αγόρια της
Ο πρόεδρος Ρούσβελτ έκανε ότι ήταν δυνατόν για να την αποφύγει. Όμως, η γηραιά κυρία, με τρία από αυτά τα εξαθλιωμένα παιδιά, που τα έπλυνε, τα έντυσε και τα έκανε να μοιάζουν αστόπαιδα έφτασε ως τον κύριο πρόεδρο, για να εισπράξει την απάντηση ότι “δεν μπορεί να κάνει κάτι γι αυτό”. Ήταν τέτοια η κατακραυγή του Τύπου και των πολιτών που ακολούθησε, ώστε πολλές πολιτείες βιάστηκαν να περάσουν νομοθεσίες που απαγόρευαν την παιδική εργασία.
Η μητέρα Τζόοουνς έφυγε από τη ζωή στις 30 Νοεμβρίου του 1930. Στην κηδεία της παρέστησαν δεκάδες χιλιάδες εργατών. Με τα δυνατά, τραχιά τους χέρια, κάποιοι από αυτούς μετέφεραν το φέρετρο στο κοιμητήριο των ανθρακωρύχων, στο Μάουντ Όλίβ του Ιλινόι. Το είχε ζητήσει η ίδια: “Ελπίζω ότι θα έχω σαν παρηγοριά, όταν πεθάνω, πως θα κοιμάμαι κάτω από τη γη μαζί με τα γενναία μου αγόρια”. Τα αγόρια της στόλισαν την ταφόπλακά της με τη φράση: “Εδωσε τη ζωή της στους Εργάτες και παρέδωσε την ευλογημένη ψυχή της στους Ουρανούς.”
Η Εργατική Πρωτομαγιά
Παρότι από το 1889, έτος κατά το οποίο η Β΄Διεθνής καθιέρωσε την πρωτομαγιά ως ημέρα Εργατικής Αλληλεγγύης, η παράδοση της Εργατικής Πρωτομαγιάς κερδίζει διαρκώς έδαφος, οι γενικευμένοι εορτασμοί κι οι πορείες που την μετέτρεψαν σε κεντρικό γεγονός των εργατικών κινημάτων εμφανίζονται την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, λόγω της σημασίας που έδωσε σε αυτούς η ΕΣΣΔ. Η σοβιετική Πρωτομαγιά σημαδεύονταν από τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στο κέντρο της Μόσχας, η οποία διέσχιζε και την Κόκκινη Πλατεία, όπου βρίσκονταν ο εκάστοτε γενικός γραμματέας, η κυβέρνηση και όλο το Ανώτατο Σοβιέτ και παρακολουθούσαν μια αληθινή επίδειξη δύναμης.
Στις ΗΠΑ και τον Καναδά, ως Ημέρα της Εργασίας (Labour Day) δεν εορτάζεται η Πρωτομαγιά, αλλά η πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου. Η παράδοση θέλει εμπνευστή της καθιέρωσης της ημέρας, τον ηγέτη του συνδικάτου των ξυλουργών το 1881, Πήτερ ΜακΓκουάιρ, ο οποίος κατέθεσε τη σχετική πρόταση στην Κεντρική Ένωση Εργατών των ΗΠΑ. Στόχος του ήταν να κερδηθεί μία ακόμη αργία, μεταξύ της 4ης Ιουλίου και της ημέρας των Ευχαριστιών, διότι θεωρούσε πολύ μεγάλο το διάστημα Ιουλίου-Νοεμβρίου, για να μην έχει κάποιαν ακόμη ημέρα αργίας.
Ο πρώτος εορτασμός έβγαλε 10.000 εργάτες στους δρόμους της Νέας Υόρκης, να προπαγανδίζουν υπέρ της ιδέας. Το 1894 ο εορτασμός της Ημέρας της Εργασίας έγινε νόμος του κράτους των ΗΠΑ, με απόφαση του Κογκρέσου και νόμος του Καναδά με απόφαση του κοινοβουλίου της χώρας. Στόχος ήταν η αποφυγή της ταύτισης των εργατικών κινημάτων με την αριστερά της χώρας στην οποία είχαν συμβεί τα γεγονότα του Σικάγου.
Το 2006, η Εργατική Πρωτομαγιά μπήκε …παράνομα στη ζωή των ΗΠΑ, όπως και πολλοί από το ένα εκατομμύριο ξένους εργάτες που κατέβηκαν σε γενική απεργία και βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για το νόμο 4437 των ΗΠΑ, τη νέα ρεπουμπλικανική νομοθεσία για τους μετανάστες, που προέβλεπε το χτίσιμο ενός τεράστιου φράχτη στα σύνορα Μεξικού- ΗΠΑ, την κράτηση όλων των παράνομων μεταναστών που συλλαμβάνονται, την καταγραφή και παρακολούθηση όσων μεταναστών προέρχονται από χώρες που οι ΗΠΑ θεωρούν εχθρικές, μετέτρεπε σε κακούργημα την παροχή στέγης σε παράνομο μετανάστη κ.α.
Οι απόντες
Από τους οκτώ που δικάστηκαν και καταδικάστηκαν ως υπεύθυνοι της δολοφονίας ενός αστυνομικού κατά τη διάρκεια του εργατικού συλλαλητηρίου στην πλατεία Χάιμάρκετ, οι τρεις δεν είχαν πατήσει καν το πόδι τους στη πλατεία εκείνη τη μέρα. Ήταν όμως και οι τρεις σεσημασμένοι αναρχικοί και, κάποτε, περιπτώσεις προκλητικές για τα ήθη της εποχής.
Μια τέτοια περίπτωση αποτελούσε ο Αλβέρτος Πάρσονς, γραμματέας του παραρτήματος Σικάγο του Κινήματος για το Οκτάωρο από το 1878, ιδρυτικό στέλεχος του Διεθνούς Συνδέσμου. Εργαζομένων και σύζυγος της διάσημης κομμουνίστριας ακτιβίστριας Λούσυ Πάρσονς.
Το γεγονός ότι η Λούσυ καταγόταν από μεξικάνους, ινδιάνους και αφροαμερικάνους κι εκείνος ήταν λευκός, τους είχε μετατρέψει και τους δύο σε στόχο της Κου Κλουξ Κλαν. Ο Φίσερ δεν ήταν καν παρών στην πλατεία Χέιμάρκετ την ημέρα των γεγονότων – πιθανότατα μπήκε στο στόχαστρο των αρχών λόγω των ιδεών του και της παρουσίας του στην κεφαλή της πορείας της 1ης Μαρτίου όπως και λόγω του προκλητικού για τα ήθη γάμου του.
Ο έτερος που δεν ήταν παρών στην πλατεία Χέιμάρκετ ήταν ο Ένγελ, που είχε μαζέψει μια παρέα φίλους και έπαιζε χαρτιά στο σπίτι του την ώρα του συλλαλητηρίου. Παρ όλα αυτά, χαρακτήρισε την εκτέλεσή του ως “την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του” διότι του επέτρεψε να μοιραστεί τη μοίρα των συντρόφων του.
Τέλος και ο Όσκαρ Νημπ, που έλαβε και τη μικρότερη ποινή όλων πρωτόδικα, δεν βρισκόταν στην πλατεία και δεν είχε καμμία σχέση με τη βομβιστική επίθεση.
Πρώτη Μαΐου
Το 1889, η Β΄Διεθνής καθιέρωσε την Πρωτομαγιά ως ημέρα εργατικής αλληλεγγύης, τιμώντας τους αναρχικούς αγωνιστές που εκτελέστηκαν ή φυλακίστηκαν από το αμερικανικό κράτος, διότι διεκδίκησαν το οκτάωρο και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας.
Η επιλογή της ημέρας έφερε κοντά την πανάρχαια παγανιστική γιορτή της άνοιξης και της έλευσης του θέρους με την αγωνιστική παράδοση του εργατικού κινήματος. Σε δεκάδες χώρες, η εργατική Πρωτομαγιά έχει και το χαρακτήρα της εξόδου στη φύση και εορτής, με την συλλογή ανθέων, το πλέξιμο στεφανιών, το γαϊτανάκι κι άλλα τοπικά έθιμα.
Τα γεγονότα του Χέιμάρκετ
Δικάστηκα μες σε τούτο το δωμάτιο για φόνο και καταδικάστηκα για Αναρχία. Διαμαρτύρομαι για την καταδίκη μου σε θάνατο, διότι δεν βρέθηκα ένοχος φόνου. Δικάστηκα για φόνο αλλά καταδικάστηκα διότι είμαι Αναρχικός. Αν η άρχουσα τάξη νομίζει ότι αν μας κρεμάσει, αν κρεμάσει μια χούφτα αναρχικούς, θα καταφέρει να τσακίσει την Αναρχία, κάνει μεγάλο λάθος, γιατί ο Αναρχικός αγαπά τις αρχές του περισσότερο από τη ζωή του. Ο Αναρχικός είναι πάντα έτοιμος να πεθάνει για όσα πιστεύει”
Αδόλφος Φίσερ, μάρτυρας του Χέιμάρκετ
Ο Μάιος του 1886 ήταν ένας από τους πιο έντονους μήνες στην ιστορία του Σικάγου. Η πόλη, όπου χιλιάδες εργάτες από όλες τις ΗΠΑ συγκεντρώνονταν ελπίζοντας να βρουν δουλειά στα εργοστάσια, τις βιομηχανίες και τις βιοτεχνίες της, είχε γίνει το επίκεντρο των αγώνων του εργατικού κινήματος για την καθιέρωση του οκταώρου.
Από την 1η Μαίου, μια σειρά κινητοποιήσεων και οργανωμένων δράσεων, με στόχο το δικαίωμα σε ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και ωράριο οκταώρου και η αναγνώριση του εργατικού κινήματος κατέβαζαν χιλιάδες εργάτες στους δρόμους. Στην πορεία της Πρωτομαγιάς του 1886, στο Σικάγο, μετείχαν περισσότεροι από 90.000 εργάτες με αίτημα το οκτάωρο. Επικεφαλής της πορείας ήταν ο αναρχικός Άλμπερτ Πάρσονς με την ακτιβίστρια γυναίκα του, Λούσυ Πάρσονς. Τις επόμενες μέρες, οι εργάτες των εργοστασίων, του ενός μετά το άλλο, κατέβαιναν σε απεργία.
Στις 3 Μαίου, οι εργατικές κινητοποιήσεις κορυφώθηκαν. Όπως κι οι αντιδράσεις των αφεντικών. Η εταιρία κατασκευής αλωνιστικών μηχανών ΜακΚόρμικ απάντησε στην απεργία και την ενημερωτική καμπάνια για το οκτάωρο με την χρησιμοποίηση απεργοσπαστών – κι επειδή ήξερε ότι οι εργάτες θα αντιδράσουν, φρόντισε να φέρει την αστυνομία για να προστατεύσει τους απεργοσπάστες. Η “προσπάθεια” της αστυνομίας για την προστασία των απεργοσπαστών, είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις εργάτες και να τραυματιστούν αρκετοί.
Την επομένη, το εργατικό κίνημα – στο οποίο τότε πρωτοστατούσαν οι ευάριθμοι αναρχικοί – οργάνωσε συλλαλητήριο κατά της αστυνομικής βίας στην πλατεία Χέιμάρκετ. Ήταν ένα ήσυχο, ήρεμο συλλαλητήριο, στο οποίο οι ομιλητές διαδέχονταν ήρεμα ο ένας τον άλλο. Ήταν ένα ήσυχο, ήρεμο συλλαλητήριο ως τη στιγμή που η αστυνομία αποφάσισε να το διαλύσει. Ο αρχηγός της έδωσε εντολή στους απεργούς να διαλυθούν και, όταν αυτοί δεν υπάκουσαν, έδωσε εντολή στους άνδρες του να επιτεθούν πρώτα στο χώρο όπου βρίσκονταν οι ομιλητές.
Η επίθεση της αστυνομίας σήμανε την αντίδραση των εργατών. Οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν και μία αυτοσχέδια βόμβα, που κανείς δεν ξέρει από που κι από ποιόν πετάχτηκε, σκότωσε έναν αστυνομικό. Ήταν το σήμα προς τους υπόλοιπους αστυνομικούς να ανοίξουν πυρ κατά των διαδηλωτών. Επτά νεκροί αστυνομικοί, αρκετοί νεκροί εργάτες – κανείς δεν μπήκε στον κόπο να τους καταμετρήσει κι οι γνώμες διίστανται- και δεκάδες τραυματίες – πολίτες και αστυνομικοί – ήταν ο απολογισμός.
Οκτώ άνθρωποι συνελήφθησαν ως οργανωτές της συγκέντρωσης και υπεύθυνοι για το θάνατο του αστυνομικού. Ήταν οι αναρχικοί Αύγουστος Σπίες, Αλβέρτος Πάρσονς, Αδόλφος Φίσερ, Γεώργιος Ένγελ, Λουδοβίκος Λινγκ, Μιχαήλ Δουάμπ, Σαμουήλ Φήλντεν και Όσκαρ Νήμπ.
Οι οκτώ του Σικάγου δικάστηκαν σε μία στημένη δίκη, όπου κανένα εναντίον τους στοιχείο δεν παρουσιάστηκε. Τουναντίον, έγινε σαφές ότι ορισμένοι εξ αυτών δεν βρίσκονταν στο Χέιμάρκετ την συγκεκριμένη ημέρα. Παρουσιάστηκαν ακόμη και στοιχεία που υπεδείκνυαν ότι η βόμβα είχε ριχτεί από προβοκάτορες. Δεν είχε σημασία. Η πολιτεία είχε αποφασίσει να τιμωρήσει τους οκτώ του Σικάγου παραδειγματικά, ώστε να καταστείλει το εργατικό, αναρχικό κίνημα που φούντωνε από άκρου εις άκρον των ΗΠΑ. “Τιμωρείστε τους παραδειγματικά, κρεμάστε τους και θα σώσουμε τους θεσμούς” είπε χαρακτηριστικά ο γενικός εισαγγελέας του Ιλλινόι.
Οι επτά καταδικάσθηκαν εις θάνατον και ένας, ο Νήμπ, σε 15ετή κάθειρξη. Η κατάφωρη αδικία, η στημένη δίκη και η ακραία ποινή είχαν αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ήλπιζαν οι αρχές του Ιλλινόι. Μέσα σε λίγες μέρες οι οκτώ κρατούμενοι είχαν μετατραπεί σε σύμβολα του αγώνα για το οκτάωρο αλλά και του αγώνα εναντίον της κρατικής βίας και αυθαιρεσίας. Παρ’ όλα αυτά τα εφετεία δεν άλλαξαν τίποτε. Οι αποφάσεις ήταν πολιτικές. Η μόνη υποχώρηση ήταν η μετατροπή των ποινών των Φήλντεν και Σουάμπ σε ισόβια.
Από τους πέντε που επρόκειτο να εκτελεσθούν, εκτελέστηκαν οι τέσσερις. Ο Λινγκ “τους την έφερε”, όπως έγραφε και στο σημείωμα που άφησε: άναψε ένα μπαστούνι δυναμίτη σαν τσιγάρο κι αυτοκτόνησε στο κελί του μια μέρα πριν την εκτέλεση.
Στις 11 Νοεμβρίου του 1887 οι Αύγουστος Σπήζ, Αλβέρτος Πάρσονς, Αδόλφος Φίσερ και Γεώργιος Ένγελ κρεμάστηκαν. Ανήκαν πλέον στην ιστορία που τους ονόμασε “Μάρτυρες του Χέιμάρκετ” . Η δίκη τους θεωρείται από τις πιο μελανές στην δικαστική ιστορία των ΗΠΑ, μαζί με τη δίκη των δύο άλλων αναρχικών, των Σάκκο και Βανσέττι. Οι τρεις που εξέτιαν ποινές φυλάκισης έλαβαν χάρη το 1893, ικανοποιώντας το κοινό περί δικαίου αίσθημα: για το λαό των ΗΠΑ και οι οκτώ ήταν αθώοι. Στην χορήγηση χάρης είχαν αντιδράσει έντονα οι βιομήχανοι της πόλης.
Πηγή ‘ΣΚΑΙ’
Filed under: ΙΣΤΟΡΙΑ




