Ζώα και περιβάλλον τα βυζαντινά χρόνια

Του Ν. Ε. Καραπιδακη*

Σήμερα, χάρις στην οικολογία, γνωρίζουμε ότι η οικουμένη δεν χωρίζεται σε κατοικημένη και σε ακατοίκητη, σε πολιτισμένη και σε απολίτιστη, σε ανθρώπινα και σε άλογα όντα αλλά ότι αποτελεί έναν ενιαίο κόσμο, αλληλοεξαρτώμενο και αλληλοσυμπληρούμενο. Και όμως η ανθρώπινη πρόσληψη της φύσης ή του περιβάλλοντος όπως λέμε σήμερα, και άρα η πρόσληψη του ζωικού κόσμου και του φυτικού κόσμου, δεν ήταν πάντα οι ίδιες, το αντίθετο μάλιστα. Η βασική κατηγορία ανάλυσης διέκρινε μεταξύ φύσης και πολιτισμού, ακαλλιέργητου και καλλιεργημένου, άγριου και ήμερου, μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Γνωρίζουμε επίσης, ότι η άγρια σκέψη, ενδεδυμένη τη μαγεία και τον μύθο έχει τη δική της λογική όπως και η σκέψη του πολιτισμένου ενδεδυμένη αυτή με την επιστήμη και τις εφαρμογές της.

Βίος και φύση

Το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών διατηρεί από καιρό ένα επιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα αφιερωμένο στον υλικό και τον καθημερινό βίο του βυζαντινού κόσμου. Του οφείλουμε, ήδη, νέες ανακαλύψεις. Το τελευταίο επιστημονικό συμπόσιο (σε συνεργασία με το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 6-7 Ιουνίου 2008) αφιερωμένο στα «Ζώα και στο περιβάλλον» στο Βυζάντιο (7ος – 12ος αι.), έφερε με τον πιο επιτυχημένο τρόπο στην επικαιρότητα της ιστοριογραφικής προβληματικής κάτι που απασχολούσε την επιστήμη από χρόνια. Ομως, στους καιρούς της οικολογικής καταστροφής που ζούμε η επικαιρότητα αποκτά πιο ουσιαστική σημασία. Αυτή του βλέμματος στον άλλο. Στον τρόπο που η βυζαντινή κοινωνία προσλάμβανε και εξισορροπούσε τη σχέση της με τη φύση και τους κατοίκους της, τα ζώα, τους ιχθείς, τα πετεινά.

Ο βυζαντινός κόσμος υπάκουε στη γενικότερη μεσαιωνική διάκριση μεταξύ του καλλιεργημένου και του ακαλλιέργητου χώρου. Ανάμεσά τους ο φράκτης. Στον πρώτο πρωταγωνιστούσε ο άνθρωπος, στον δεύτερο ο αγριόχοιρος, η αρκούδα (που ξέπεσε στα πανηγύρια). Ζώα που, μαζί με άλλα θηρία όπως ο λέοντας, ο λύγκας, ο πάρδος, η νυφίτσα, ο λύκος, καμιά φορά και οι δράκοι, δεν περιορίζονταν στην εγκατοίκηση του ακαλλιέργητου χώρου αλλά εγκατοικούσαν και στον φαντασιακό κόσμο των ανθρώπων συμβολίζοντας τον φόβο, την απειλή, το κακό, την απώλεια, την ανδρεία ή τη λαγνεία. Δημιουργείται, κατ’ επέκταση, ένας κόσμος συμβολισμών και σηματοδοτήσεων, δηλαδή μύθων. Αν μη τι άλλο, μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τις βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης σκέψης.

Το χωριό και τα όριά του

Στον καλλιεργημένο χώρο ανήκει η οικονομία, το χωριό και οι φορολογούμενοι χωρικοί του, οι βοσκοί του, οι άρχοντές του. Εκεί στο χωριό και στα όριά του, ασκούν το κράτος, οι άρχοντες ή τα μοναστήρια· εκεί επιτίθενται οι τρομεροί απελάτες (ζωοκλέφτες) καταπατώντας τα όρια. Αλλά και οι άνθρωποι του χωρίου καταπατούν τα όρια, ειδικά οι αριστοκράτες, μέσω του κυνηγιού… Εκεί, στο «χωρίον», τα αγαπημένα ζώα είναι άλλα. Το άλογο, κατεξοχήν, τα βοοειδή, τα αμνοερίφια. Τα πουλιά είναι επίσης μοιρασμένα: από τον απαίσιο κόρακα που δεν ξαναγύρισε στην Κιβωτό, μέχρι στα ωδικά και τα εξωτικά πουλιά που διακοσμούν τον παράδεισο και τα βασιλικά περιβάλλοντα.

Ανάμεσα στα δυο άκρα τα πουλερικά και τα άσπρο κρέας τους που τόσο εκτιμούσε μια ορισμένη δίαιτα. Τα ψάρια παρομοίως. Περιζήτητα, σε όλα τα τραπέζια και τις μοναστικές τράπεζες αλλά σε μια γωνιά του μυαλού των ανθρώπων και πέρα από τα σύνορα τους οικουμένης, είναι κι αυτά τρομακτικά, όπως εκείνο το κήτος του Ιωνά που τα καταβροχθίζει όλα. Και οι σημερινές τρομακτικές φαντασιώσεις τροφοδοτούνται, πάντως, από τα θαλάσσια τέρατα και τα σαγόνιά τους.

Σε τέτοιες πλούσιες αναπαραστάσεις αντιστοιχούν και εξαιρετικές πηγές. Τα εικονογραφημένα χειρόγραφα, κατ’ αρχάς, με τις υπέροχες μινιατούρες τους που επιτρέπουν να παρακολουθήσει κανείς τις αναγνώσεις που κάνει ο άνθρωπος για τη φύση και τους κατοίκους τους. Καμιά φορά επιτρέπουν να διαβαστεί και το υπερφυσικό που όμως για τη μεσαιωνική σκέψη δεν βρίσκεται μακριά από την άγρια φύση και που τα θαύματα των αγίων ανθρώπων δαμάζουν.

Οι πρωταγωνιστές

Η ίδια η εικονογραφία από την άλλη μεριά είναι μια εξιστόρηση της φύσης, είτε στη μορφή της ερήμου και του βουνού είτε, σε αντιδιαστολή, με τη μορφή των πόλεων. Οι λόγιες ή σχεδόν λόγιες πραγματείες περί ζώων και μαγγανειών. Και τέλος η αρχαιολογία και η αρχαιοζωολογία, που χάρις σ’ αυτό το συνέδριο, ήρθαν να υπενθυμίσουν τη σημασία τους: τα ζωικά κατάλοιπα ή τα μέταλλα που ξεθάβονται επιτρέπουν την ανάδειξη των βασικών τάσεων στη διατροφή αλλά και τον εξοπλισμό ή στο μέγεθος των ζώων, ώστε να μπορούμε να δούμε καθαρότερα την οικονομία και την τεχνολογία στην μεγάλη τους διάρκεια. Ετσι αναδείχτηκαν και οι πρωταγωνιστές του συνεδρίου: Ενας φράκτης, ένα πέταλο, και ένας βάκιλλος, αυτός της πανώλης που με τον επιδημικό χαρακτήρα της τον 6ο και 7ο αιώνα, μας υπενθύμισε τον ρόλο της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Ολα έγιναν ξανά επίκαιρα.

* Ο Ν. Ε. Καραπιδάκης είναι καθηγητής της ιστορίας της Μεσαιωνικής Δύσης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τέως διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Πηγή ‘Καθημερινή’

Δημοσιεύθηκε στο:  on 22/07/2008 at 04:52 Γράψτε ένα σχόλιο

Το URI γιατις παραθέσεις σε αυτήν την καταχώρηση είναι: http://pneymatiko.wordpress.com/2008/07/22/%ce%b6%cf%8e%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b2%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%bf%ce%bd-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%ac-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9/trackback/

Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου.

Leave a Comment