Το Τάγμα των Στρατιωτικών Καλογέρων των Ρωμαίων της Ανατολής


Scholae Palatinae

Σχετική εικόνα

Του Γεώργιος Ε. Γεωργά , προπονητή ξιφασκίας, εκπαιδευτή της Πολεμικής αγωγής του Παμμάχου

Τον 21ο αιώνα είναι σαφές ότι η οπλοφορία, η οπλοχρησία και οι πολεμικές τέχνες απαγορεύονται για έναν Χριστιανό Ορθόδοξο Μοναχό. Αν όμως πάμε στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (της ανατολής)  έχουμε κάποιες πληροφορίες που όχι μόνο κάποιοι συγκεκριμένοι μοναχοί εκπαιδεύονταν στην πολεμική αγωγή και στις πολεμικές τέχνες, αλλά υπήρχαν και στρατιωτικά μοναστικά τάγματα, πολύ παλιότερα από τα μοναστικά στρατιωτικά τάγματα των Ρωμαίο-Καθολικών.

Τα τάγματα αυτά τα αναφέρει ο άγιος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης  έζησε περίπου το 1115 – 1195/6 και Ρωμαίος λόγιος και κληρικός. Είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, και έγινε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης περίπου το 1178. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για την ιστορία του αναφορικά με τη λεηλασία της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς το 1185 (στην οποία αιχμαλωτίστηκε προσωρινά),  αλλά και τα ερμηνευτικά σχόλιά του για τον Όμηρο.

Ο άγιος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης μας δίνει αρκετές λεπτομέρειες για τον οπλισμό των στρατιωτικών καλογέρων. Επίσης…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 565 επιπλέον λέξεις

Η συνείδηση της ελληνικότητας στο Βυζάντιο


Το ζήτημα της ελληνικότητας του βυζαντινού κόσμου, η αλλιώς της Ρωμηοσύνης, είναι ένα ζήτημα το οποίο τίθεται από πολλές πλευρές και αντιμετωπίζεται από διάφορες και διαφορετικές κάθε φορά οπτικές γωνίες. Η αλήθεια είναι ότι μία αυτοκρατορία η οποία εκτείνεται σε ευρύτατο γεωγραφικό χώρο δεν μπορεί παρά να είναι πολυεθνική, πολυπολιτισμική, πολυφυλετική, πολυγλωσσική. Το Βυζάντιο δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα. Μέσα στα στενότερα γεωγραφικά και τα ευρύτερα πολιτισμικά του όρια ζούσαν και ανέπνεαν όλοι οι λαοί και οι πολιτισμοί των ακτών της Μεσογείου, αλλά και όλοι οι λαοί των Βαλκανίων και των χωρών πέρα από τον Δούναβη. Μοιραία, μια τέτοια αυτοκρατορία θα μπορούσε να ονομαστεί και «κοινοπολιτεία» με την έννοια μιας σύνθεσης, ενός κράματος λαών, φυλών, πολιτισμών, γλωσσών.

Σίγουρα, το κράτος το οποίο ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος με την κτίση της Νέας Ρώμης στα στενά του Βοσπόρου ήταν ρωμαϊκό.

Νόμοι, θεσμοί, διοίκηση, πολίτευμα συνέχιζαν την αυτοκρατορική ρωμαϊκή παράδοση, μέχρι ακόμη και την ύστατη πνοή του τελευταίου αυτοκράτορα του κράτους των Ρωμαίων στην πύλη του Ρωμανού της Βασιλεύουσας το 1453. Από εκεί και πέρα, όμως, η μεγάλη αλήθεια είναι ότι ο βυζαντινός πολιτισμός, η βυζαντινή κουλτούρα, ελάχιστη σχέση είχε με τη ρωμαϊκή πολιτισμική και γλωσσική παρακαταθήκη, και με το πέρασμα των αιώνων η σχέση αυτή απομειώθηκε παντελώς, ώσπου έσβησε. Επί της ουσίας το Βυζάντιο συνεχίζει την παράδοση του ελληνιστικού κόσμου. Στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι Έλληνες απλώθηκαν στην Ανατολή και εξάπλωσαν τον ελληνικό πολιτισμό σε όλους τους ασιατικούς λαούς. Ωστόσο δεν σημειώθηκε σύνθεση πολιτισμών, παρά σε ελάχιστα επουσιώδη σημεία.


Ψηφιδωτό που βρέθηκε στην ελληνιστική πόλη Ζεύγμα, στη νότια Τουρκία (κοντά στα σύνορα με τη Συρία)

Οι ασιατικοί λαοί βρίσκονταν πάντα σε απόσταση από τους Έλληνες, κρατώντας τη φυσιογνωμία τους. Εκ των πραγμάτων, όμως, αποδέχονταν τον ανώτερο και επικυρίαρχο ελληνικό πολιτισμό και με αυτόν διαμόρφωναν το βίο και την πολιτεία τους. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και στον βυζαντινό κόσμο, με επικυρίαρχο πάντοτε τον ελληνικό πολιτισμό. Η διαφορά με την ελληνιστική εποχή είναι ότι στο Βυζάντιο έχουμε μια κοσμοϊστορική σύνθεση, η οποία σφράγισε και διαμόρφωσε καθοριστικά την πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η συνάντηση του ελληνισμού με το Χριστιανισμό, και η σύνθεσή τους σε ένα αξεχώριστο κράμα. Αυτή η σύνθεση είναι που χαρακτηρίζει αυτό που ονομάζουμε ελληνοβυζαντινό πολιτισμό.

Τα άλλα πολιτισμικά στοιχεία στο διάβα των αιώνων περιορίζονταν και συρρικνώνονταν, ακολουθώντας μοιραία την προϊούσα γεωγραφική συρρίκνωση του βυζαντινού κράτους στις παραδοσιακές περιοχές του παλιού ελληνικού κόσμου.

Οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμηοί είχαν συνείδηση των ιστορικών τους καταβολών και της εθνικής τους ιδιαιτερότητας. Οι ιστοριογράφοι, αλλά και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας, μνημονεύουν ότι οι πόλεμοί τους γίνονταν «κατά βαρβάρων», κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα εθνολογικής διάκρισης και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Μάλιστα, οι ιστοριογράφοι στη γραφή τους ακολουθούσαν τα ίχνη των αρχαίων Ελλήνων ιστοριογράφων, στο πλαίσιο της μίμησης των αρχαίων προτύπων, και αυτό σηματοδοτεί από μέρους τους τη συνείδηση της καταγραφής της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού κόσμου. Έτσι, στα ιστορικά ποιήματα του Γεωργίου Πισίδη ο Χοσρόης είναι ο νέος Ξέρξης και υπαινικτικά οι Ελληνοβυζαντινοί οι συνεχιστές των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων.

Πώς να μην έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής συνέχειας, από τη στιγμή που ο Μέγας Θεοδόσιος μετέφερε και όρθωσε στο μέσον του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινουπόλεως τον Τρίποδα [εικ. αριστερά], τον οποίο αφιέρωσαν οι Πανέλληνες ως ανάθημα για τη νίκη τους ενάντια στην περσική επιδρομή στο μαντείο των Δελφών, μετά τη μάχη των Πλαταιών; Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ιστοριογράφους της μέσης και της ύστερης βυζαντινής περιόδου οι Άραβες και οι Τούρκοι εμφανίζονται ως «Πέρσαι», με σαφή αναφορά στο ιστορικό παρελθόν των Ελλήνων, προκειμένου να δηλωθεί η συνείδηση της ελληνικότητας και να σφυρηλατηθεί η εθνική ενότητα των Ελληνοβυζαντινών. Η «ρωμαϊκότητα», τελικά, χωνεύτηκε μέσα στο ελληνοχριστιανικό κράμα του Βυζαντίου, και αυτό που απέμεινε για να θυμίζει τις ρωμαϊκές καταβολές του Βυζαντίου ήταν η χρήση των όρων Ρωμηός και Ρωμηοσύνη. Οι όροι αυτοί επιβίωσαν και εμπεδώθηκαν για να αυτοπροσδιορίζονται οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμιοί, όχι με την έννοια της αναφοράς στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους αυτοκράτορες που ήταν οι δήμιοι των χριστιανών, αλλά ως ένδειξη παντοτινής ευγνωμοσύνης του ελληνοχριστιανικού κόσμου στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα εκείνο ο οποίος παραθεώρησε την παλαιά Ρώμη για να εγκαινιάσει τη Νέα Ρώμη, ως πρωτεύουσα του νέου κόσμου.


Κωνσταντινούπολη (τοιχογραφία του 18ου αι. σε αρχοντικό της Καστοριάς)

Αλλά και τα ονόματα έχουν την ιστορία τους.

Η λατινική ονομασία «Νέα Ρώμη» σταδιακά επικαλύφθηκε από την ελληνολατινική «Κωνσταντίνου πόλις», για να επικρατήσει τελικά η αμιγώς ελληνική «Η Πόλις». Το γεγονός αυτό δεν είναι χωρίς σημασία. Ο κόσμος του Βυζαντίου πίσω από το επίσημο ρωμαϊκό κάλυμμα κρύβει έναν ζωντανό και δυναμικό ελληνισμό. Μπορεί οι Ελληνοβυζαντινοί να μην χρησιμοποιούσαν το όνομα «Έλλην» για τον αυτοπροσδιορισμό τους, καθώς αυτό από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ήταν συνώνυμο της ειδωλολατρίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοούσαν ότι ήταν «παίδες Ελλήνων» με την εθνολογική έννοια του όρου.

Σε όλη τη χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου, στα σχολεία το πρώτο ανάγνωσμα μετά την Αγία Γραφή ήταν τα ομηρικά έπη, τα εθνικά ποιήματα των αρχαίων Ελλήνων και η πηγή έμπνευσης του Μ. Αλεξάνδρου για την ενότητα και δόξα του ελληνικού κόσμου. Ο σεβασμός για τον Όμηρο ήταν απεριόριστος, σε βαθμό να αναφέρεται συνεκδοχικά ως «ο ποιητής». Όμοια μεγάλος σεβασμός υπήρχε για τον Πίνδαρο, τον άλλο μεγάλο «εθνικό ποιητή» των αρχαίων, αλλά και για τον ρήτορα Δημοσθένη, τον διαπρύσιο κήρυκα του αθηναϊκού πατριωτισμού και της δημοκρατίας!

Όλα αυτά διαπότιζαν και διαμόρφωναν τη νοοτροπία και τη στάση ζωής των Ελληνοβυζαντινών, οι οποίοι δεν ανέχονταν τον δεσποτισμό ανατολικού η ρωμαϊκού τύπου ούτε στην πολιτική ούτε στην εκκλησιαστική ζωή, και συχνά εξεγείρονταν ενάντια στις αυθαιρεσίες τής κάθε λογής εξουσίας. Οι όποιες καταδικαστικές αναφορές εναντίον των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων από τον Ρωμανό τον Μελωδό η τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν σημαίνουν άρνηση της αξίας τους, αλλά προστασία των πιστών από υπερβολές και ανατροπή της ιεράρχησης των αξιών. Πρώτα η σοφία του Θεού και μετά η σοφία του κόσμου, πρώτα ο Χριστός και μετά η πατρίδα και η καταγωγή. Οι παρανοήσεις πάντα οδηγούσαν σε ανατροπή των ιδιαίτερα εύθραυστων ισορροπιών στη σχέση ελληνισμού και Χριστιανισμού, και υπονόμευαν την ίδια την υπόσταση του ελληνοβυζαντινού πολιτιστικού οικοδομήματος.

Αυτό ίσχυε τόσο για τον υπερτονισμό του ελληνισμού όσο και για την παραθεώρησή του.

Στην πρώτη περίπτωση ο κίνδυνος ήταν η ροπή προς την απολυτοποίηση της κοσμικής λογικής και την υποτίμηση του χριστιανικού μυστικισμού, και στη δεύτερη η ροπή προς τον Μονοφυσιτισμό και τον Ιουδαϊσμό. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, στο πλαίσιο της Εικονομαχίας, οι εικονόφιλοι δεν αντιπροσώπευαν παρά την ελληνική στάση απέναντι στο Χριστιανισμό και είναι γενικά παραδεκτό ότι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία προσέφερε τις θεωρητικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η θεολογία περί των εικόνων. Όπως σοφά παρατηρεί ο επιφανής Γάλλος βυζαντινολόγος P. Lemerle, η τελική επικράτηση της εικονόφιλης παράταξης μαρτυρά ότι το νάμα της αρχαιοελληνικής παιδείας δεν είχε στερέψει στο Βυζάντιο. Η ορθολογική συμπλοκή με τον ελληνισμό εξασφάλιζε για το Χριστιανισμό δύο πολύτιμα στοιχεία. Το ένα είναι η αίσθηση του μέτρου και της ισορροπίας, η ορθοτόμηση της αληθείας, και το άλλο η διασφάλιση της οικουμενικότητας, χάρη στην οποία ο Χριστιανισμός διακρίνεται και διαχωρίζεται, κύρια, από τον Ιουδαϊσμό.


Εικονομάχοι καλύπτουν με ασβέστη την εικόνα του Χριστού (περ. 830, Ψαλτήρι Χλουντόφ)

Χωρίς τη σύνδεση με τον ελληνισμό, ο Χριστιανισμός θα ήταν εύκολο να θεωρηθεί ως μια εβραϊκή παραφυάδα η μια εβραϊκή αίρεση. Αυτό οι Ελληνοβυζαντινοί το είχαν κατανοήσει, και έτσι εξηγείται η τόσο μεγάλη προσήλωση και εμμονή τους στα αρχαία ελληνικά πρότυπα και στη μίμησή τους. Έτσι εξηγείται γιατί η Ορθοδοξία έγινε η κιβωτός του ελληνισμού, ευνοώντας την αντιγραφή και τη διάσωση των αρχαίων ελληνικών κειμένων και επιμένοντας στην αρχαιοπρεπή μορφή της εκκλησιαστικής γλώσσας ακόμη και σε λαϊκά αναγνώσματα, όπως τα συναξάρια. Οι Ελληνοβυζαντινοί το κατανόησαν και διαφύλαξαν αυτήν την παράδοση επί αιώνες. Το ζήτημα είναι να το κατανοήσουμε και εμείς, σε μια εποχή όπου τονίζεται από κύκλους Ευρωπαίων ιστορικών και θεολόγων ότι η παράδοση της Ευρώπης είναι «ιουδαιοχριστιανική», με προφανή στόχο να τοποθετηθεί ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία του Αβραάμ» στο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού και να αποσυνδεθεί από τον ελληνισμό.

Η συνεχής αναστροφή μας με τον ελληνοβυζαντινό πολιτισμό και την ελληνορθοδοξία είναι από μόνη της μια πράξη μαρτυρίας της αληθείας στην ανθρωπότητα.

Βασίλειος Α. Σαρρής
δρ Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ

  • Πηγή: enromiosini.gr.

ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΦΑΓΙΑ


 

 

Στις «Βάκχες» οι Μαινάδες στορίζονται ν’ αρπάζουν παιδιά από τα χωριά και η πράξη παρασταίνεται και σ’ αγγειογραφίες. Ποιητική εικόνα ή υπαινιγμός σε ιερουργία; Τύπος της ανθρωποφαγικής θιασικής μετάληψης είναι και η βρεφοφαγία. Ένα χωρίο της «Σοφίας Σολομώντος» (12,3 κ.ε.) φαίνεται να τη μαρτυρά ανάμεσα στους Χαναναίους. Πιο κοντινό παράδειγμα μας παραδίνεται από την Ελλάδα. Ακόμη και στον 4ο προχριστιανικόν αιώνα, πάνου στο βουνό της Αρκαδίας Λύκαιον κρατούσε τελετουργική ανθρωποφαγία. Στη πανήγυρη του Λυκαίου Διός θυσιαζόνταν ένα παιδί· το κρέας ή τα σπλάχνα του ψήνουνταν μ’ άλλα κρέατα μαζί (γνώριμος μετριασμός της ιερουργικής ανθρωποφαγίας) και τα τρώγαν. Όποιος τύχαινε να φάει από το κρέας του παιδιού, «μεταμορφωνόντανε» σε λύκο και έφευγε στην ερημιά, για να ξαναγίνει άνθρωπος αν μέσα στα εννιά χρόνια που ακολουθούσε δε δοκίμαζε σα λύκος ανθρώπινο κρέας…

 

Οι ιερουργοί και τα θύματα είναι από ορισμένο γένος, του Λυκάονα, που το όνομά του σχετίζεται με το Λύκαιον και τους λύκους. Εδώ εικάζεται η μυητική τελετή ενός γένους ή θιάσου «Λύκων» ή «Λυκανθρώπων» (το τοτεμικό γένος μετασχηματίζεται σε θίασο όταν επιζεί), με βρεφοφαγική μετάληψη και με «Αναχώρηση» (αποτράβηγμα στην ερημιά) των μυούμενων «Λύκων». Η ιερουργία καθρεφτίζεται στο μύθο του γενάρχη Λυκάονα που θυσίασε βρέφος στο βωμό του Λυκαίου Διός και μεταμορφώθηκε από τον Δία σε λύκο. Η βρεφοφαγία τρέχει και στο βάθος λογής μαιναδικών μύθων.

Ο μύθος για την απαρχή των Αγριωνίων του βοιωτικού Ορχομενού ιστορεί πως οι τρεις θυγατέρες του Μινύα, μη θέλοντας να πάρουν μέρος στα διονυσιακά όργια των άλλων γυναικών, κρουστήκαν από το θεό με τη μανία του, λαχταρίσανε κρέας ανθρώπινο, σπάραξαν το βρέφος της μιας τους, τον Ίππασο, και το φάγαν. Στο μύθο των ομόλογων Αγρανίων του Άργους οι γυναίκες της χώρας κρουστήκαν και αυτές από το θεό, που, του αρνιόνταν τη λατρεία τους, και, παίρνοντας τα βουνά, σπάραζαν τα βρέφη τους και τα τρώγαν. (Σημαντικοί, για την επιμονή της παράδοσης, είναι έτσι και οι κοντινοί στον Νόννο μύθοι της Αύρας, αγαπημένης του Διονύσου, που σκοτώνει το παιδί της και το τρώει, και των θυγατέρων του ποταμού Λάμου που, αναθρέφοντας τον Διόνυσο, παραλίγο να κομματιάσουν το θείο βρέφος.)

Στο βάθος των μύθων αυτών βρίσκεται, σίγουρα, το έθιμο να σπαράζεται ένα ομοίωμα, μα το συνήθιο δεν θα κατακάθιζε στο τύπο της Βρεφοφαγίας, αν η Βρεφοφαγία δεν βρισκόνταν και στης μαιναδικής πράξης το βάθος· και κάτου από το σκληρό φως της Βρεφοφαγίας του Λυκαίου, οι βρεφοφαγικοί μύθοι παύουνε να’ ναι μύθοι μονάχα. Η παράδοση πως οι «πάνθηρες» των Αϊσαούα[1] σπαράζανε τα βρέφη τους, βεβαιώνεται από τα ξαναξεσπάσματα, ανάμεσά τους, της πράξης. Στον ίδιο κύκλο πέφτει η ιστορία του Ακταίωνα, του αγοριού από την Κόρινθο, που οι Βακχιάδες, πολεμώντας να το πάρουν, το σπαράζουν. Η ομωνυμία του θύματος με τον Θηβαίο Ακταίωνα που σπαράζεται σε συγγενική λατρεία της Άρτεμης και η πιθανή σχέση των Βακχιαδών με τον Διόνυσο, προδίνουν ιερουργία παιδοσπαραγμού παραπλασμένη σ’ ερωτική τραγωδία.

Ερυθρόμορφο αττικό αγγείο του 4ου αιώνα παρουσιάζει σκηνή διονυσιακής παιδοφαγίας. Ένας γενειοφόρος με θρακικό ντύσιμο κρατεί στο ζερβί του γυμνό παιδικό κορμί και με το δεξί του φέρνει στο στόμα του ένα μέλος του παιδιού ξεκορμισμένο. Από τη μια του μεριά στέκει ο Διόνυσος, που κάνει κίνηση αποστροφής και εμποδισμού, κι από την άλλη φεύγει άλλος άντρας, θρακικά ντυμένος κι αυτός, που γυρίζει το κεφάλι του και κοιτά τρομαγμένος. Η παρουσία του Διονύσου μαρτυρά μυστηριακή τελετή (ο θεός παραστέκεται στα δρώμενα των μυστών), όπου ο σπαραγμός και το φάγωμα ενός παιδιού ανακρατιούνται σαν παράσταση μόνο. Η αποδοκιμασία που δείχνει το κίνημα του θεού μηνά τους προχωρημένους καιρούς, όπου το «δρώμενον» δύσκολα υποφέρεται και σαν παράσταση ακόμη. Έχουμε, έτσι, από πολλές μεριές μαρτυρημένη την τροπή ή εναλλαγή της μαιναδικής ωμοφαγίας σε βρεφοφαγία. Εδώθε ίσως ξηγιέται και ένα Σχόλιο στον Κλήμεντα που βλέπει στα σπάραγμα και στην ωμοφαγία του ζώου μιαν αναπαράσταση «του σπαραγμού του Διονύσου από τις Μαινάδες»: ωμά είσθιον κρέα οι μυούμενοι Διονύσω, δείγμα τούτο τελούμενοι του σπαραγμού ον υπέστη Διόνυσος προς των μαινάδων.

Όπως σπαράζεται και τρώγεται στη ζωομορφική του παράσταση, έτσι σπαράζεται και τρώγεται ο θεός στη βρεφομορφική παράσταση του. Συμφυρμός των δύο πράξεων μαρτυριέται στην Τενεδική λατρεία ενός Διονύσου «Ανθρωποσπαραχτή» (Ανθρωπορραίστου). Εδώ περιποιούνταν μια γκαστρωμένη γελάδα και, άμα γεννούσε, την είχανε σα λεχώνα. Το «πλάσμα» θέλει να πει πως το μοσχάρι που γέννησε είναι ένα ανθρώπινο βρέφος. Το νιογέννητο, αληθινά, το ομοιώνουνε με τον Διόνυσο, φορώντας του τα γυναικεία ποδέματα του θεού, τους «κοθόρνους», ύστερα το θυσιάζουνε, και εκείνος που το χτύπησε με το τσεκούρι κυνηγιέται με πετροβόλι ίσαμε τη θάλασσα (γνώριμη πράξη αποτροπής και καθαρμού για το φόνο). Ο σπαραγμός περνά στον τύπο της θυσίας και η θυσία μπαίνει σ’ ένα σύστημα αποτρεπτικών ιερουργιών που το κλασσικό τους παράδειγμα το δίνουν τα «Βουφόνια» της Αθήνας. Καθώς, έτσι, το διπλό τσεκούρι της θυσίας εικονίζεται στα τενεδικά νομίσματα και γυρίζει σε παροιμία, Τενέδιος πέλεκυς, ίσως νάναι ο στόχος και εδώ, καθώς στα «Βουφόνια», μιας δίκης.

Η ομοίωση του μοσχαριού με τον βρεφικό Διόνυσο είναι φανερή και η θυσία του αντιστοιχεί σε μια βρεφοθυσία. Η πράξη δεν φαίνεται, κι αλλιώς, αγνώριμη στην Τένεδο, γιατί παραδίνεται πως στην τενεδική λατρεία του Μελικέρτη – Παλαίμονα θυσιάζανε βρέφη. Αξιοσημείωτο, τέλος, πως η βρεφοφαγία περνά στην πράξη ή τη διαβόηση χριστιανικών αιρέσεων· πως ξαναπροβαίνει στη θιασική Σατανολατρεία της παλιάς Ευρώπης· και πως οι αιρέσεις άλλων θρησκειών την ξαναζωντανεύουν και στις μέρες μας ακόμη.

Ισχυρή βεβαίωση της Μαιναδικής Βρεφοφαγίας φέρνει η ένδειξη μιας γενικότερης διονυσιακής Ανθρωποφαγίας. Κρατώντας μπηγμένο στο θύρσο της το κομμένο κεφάλι του γιου της Πενθέα, στις «Βάκχες» του Ευρυπίδη, η Αγαύη καλεί τις μαινάδες του Χορού να πάρουνε μαζί της μέρος στο φάγωμα του. Μια ανεξάρτητη, πάλι, εκδοχή ξέρει πως ο Πενθέας μεταμορφώθηκε σε ταύρο από τον Διόνυσο και σπαράχτηκε από τις Μαινάδες μεταμορφωμένες σε πανθέρες. Σ’ ερυθρόμορφη κύλικα, που από μέσα εικονίζεται η Περσεφόνη με τον ταυρόμορφο Ζαγρέα στα γόνατα (ή η Πασιφάη με τον Μινώταυρο) έχουμε εικονισμούς μαιναδικής ανθρωποφαγίας. Στη μια, εκστασιασμένη μαινάδα ανάμεσα σε δύο Σατύρους κρατεί με το δεξί το θύρσο της και με το ζερβί της σηκώνει και σα να φέρνει στο στόμα της ένα κομμένο ανθρώπινο ποδάρι· στην άλλη, μια μαινάδα, και εδώ σηκώνει με το ζερβί και σα να φέρνει στο στόμα της ένα ανθρώπινο χέρι. (Και στις δυο παραστάσεις οι Σάτυροι κάνουν κίνημα αποστροφής και εμποδισμού με το χέρι).

Είδαμε στην Τένεδο τη λατρεία ενός Διονύσου Ανθρωπορραίστου: Το επίθετο μαρτυρά το σπαραγμό, στη λατρεία του, ανθρώπων. Στη Χίο, πάλι, μαρτυριέται η λατρεία ενός «Ωμοφάγου» (Ωμαδίου) Διονύσου που στη χάρη του σπάραζαν, κατά τον τενεδικό τρόπο, ανθρώπους: έθυον δε και εν Χίω τω Ωμαδίω Διονύσω άνθρωπον διασπώντες και εν Τενέδω. «Έτσι μπορούνε να καταλάβουμε γιατί οι Έλληνες, όταν ανακάλυψαν στις εκβολές του Λείγηρος ένα κελτικό θεό λατρευόμενο από άγριες γυναίκες που σπάραζαν από μια τους κάθε χρόνο στη χάρη του, τον ταυτίσαν μονομιάς με το Διόνυσό τους». Οι διονυσιακές αυτές ιερουργίες θ’ ανεβαίνουν σε στάδια του αιγαιακού κόσμου που δεν παράλλαζαν από τα στάδια της ανθρωποφαγικής μετάληψης των Ινδιάνων ή, κοντινότερα, των Κελτών, όπου η ανθρωποθυσία είταν για τους Δρυίδες ευλάβεια και το φάγωμα από το κρέας του θύματος εξαιρετική ευλογία.

Σ’ ένα πολύ υστερότερο διονυσιακό έπος (τα Βασσαρικά του Διονύσου), ο Διόνυσος υποχρεώνει τους εχθρούς του να φάνε ένα λείψανο περιντυμένο με λαφίσιο δέρμα. Αναξιόπιστη σε πολλά η ύστερο – ελληνική φιλολογία, προσέχεται σε ιερουργικές πτυχές που το ήθος αρχαιότερων αιώνων προτιμά να τις σωπαίνει. Λείψανα της ανθρωποσπαραχτικής ωμοφαγίας πρέπει να βλέπουμε στις ανθρωποθυσίες στη λατρεία του Διονύσου. Ένας θρύλος αρχαίων ανθρωποθυσιών στη λατρεία Διονύσου του Καλυδωνίου, που μεταφέρεται στις Πάτρες, παραδίνεται από τον Παυσανία. Από τον ίδιον μαθαίνουμε πως δελφικός χρησμός καθιερώνει τη θυσία, κάθε χρόνο, ενός όμορφου αγοριού στη λατρεία ενός Διονύσου Αιγοβόλου στις Ποτνιές της Βοιωτίας.

Στη Λέσβο λατρεύεται ένας «Ωμοφάγος» (Ωμηστής) Διόνυσος κι ακούμε πως σφάζαν εδώ, σε θυσίες του Διονύσου, ανθρώπους. Ο θρύλος ενός μυτιληναίου ιερέα του Διονύσου, που σφάζει κρυφά ένα ξένο του και τιμωριέται με φόνους των δικών του (ο γιος του, κάνοντας τον ιερέα σε τριετηρική διονυσιακή γιορτή, σκοτώνει τον άλλον του γιο, η γυναίκα του σκοτώνει τον γιο για την πράξη του, ο ιερέας σκοτώνει την γυναίκα του, όσο που θανατώνεται κι αυτός), πιστεύεται ν’ αντιλαλούν την παράδοση των θυσιαστικών για τον Διόνυσο φόνων. Ο ήσκιος του «Ωμηστού» Διονύσου απλώνεται ίσαμε την κατάφωτη Αθήνα. Πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ο Θεμιστοκλής θυσιάζει στον «Ωμηστήν» Διόνυσο τρεις αιχμαλώτους Πέρσες.  

Σημειώσεις

  1. Αϊσαούα: Θρησκευτικό τάγμα του Μαρόκου που απλώνεται στο Αλγέρι και την Τυνησία, ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο Μωάμεθ μπεν Ίσα ή Άϊσα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ «ΔΙΟΝΥΣΟΣ», ΕΚΔΟΣΗ  ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΠΟΥΔΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ 1985

Μαχητική προπόνηση Οπλομαχίας


Freifechter Guild - Hellas

Τη Κυριακή 16/7/2017 παρόλο την υψηλή θερμοκρασία έγινε μαχητική προπόνηση οπλομαχίας πάνω σε τεχνικές  μακριού σπαθιού και στο δόρυ.

Η προπόνηση επικεντρώθηκε στην φράση των όπλων και στις σύνθετες επιθέσεις και αποκρούσεις.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Byzantine Hoplomachia: Long sword vs Spathion & buckler


Compound Attack with long sword


Προπόνηση με μακρύ αγχέμαχο όπλο (δόρυ)


Scholae Palatinae

Τα μακριά αγχέμαχα όπλα ήταν ένα από τα βασικά όπλα των Ρωμαίων της ανατολής. Με το νέο έτος θα γίνουν κύκλοι προπονήσεων πάνω στις τεχνικές των όπλων αυτών.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

CHICC Manchester

Centre for Heritage Imaging and Collection Care

Shaolingreece

Ομάδα μελέτης ιστορικών πολεμικών τεχνών

Αντέχουμε...

για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα μας!

ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

ΘΡΑΚΗ

Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.

A Reader's Guide to Orthodox Icons

Feeble words about powerful images

The History of Byzantium

A podcast telling the story of the Roman Empire from 476 AD to 1453

Χείλων

Ιστολόγιο Κλασσικών & Φυσικών Επιστημών

Hans Talhoffer

A Historical Martial Arts blog by Jens P. Kleinau

Photografia

A slice of life.

Forgotten Films

A look at the movies forgotten by time

mediaevalmusings

1,000 years of history in blog-sized bites.

Delving into History ® _ Periklis Deligiannis

Περικλής Δεληγιάννης - Ιστορικές Αναδιφήσεις®

Chelsea Pierce

museology and the arts

Cultural Life

Life, culture, travel, books, movies, linguistics...

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.