Οργή Ιερώνυμου για τη Συριζαία που πέταξε την εικόνα της Παναγίας στα σκουπίδια


Αποτέλεσμα εικόνας για Ιερωνυμος

 

Μετά την εισαγγελική έρευνα για την υπόθεση που αποκάλυψε το ΘΕΜΑ, ο Αρχιεπίσκοπος με επιστολή στον Γαβρόγλου κάνει λόγο για «δυσάρεστο συμβάν σε βάρος των δικαιωμάτων εργαζομένων, πού είναι μέλη της Εκκλησίας μας»

Επιστολή προς τον υπουργό Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, αναφορικά με τα όσα αποκάλυψε το ΘΕΜΑ για τη διευθύνουσα σύμβουλο του ΕΟΠΠΕΠ Ελένη Γιαννακοπούλου, η οποία -σύμφωνα με καταγγελίες εργαζομένων- παραμονές Δεκαπενταύγουστου πέταξε εικόνες της Παναγίας στο καλάθι των αχρήστων, ενώ προσπάθησε να αφαιρέσει σταυρό από τον λαιμό υπαλλήλου της.

Η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου:

Πρός
Τόν Ἀξιότιμο
κ. Κωνσταντῖνο Γαβρόγλου
Ὑπουργό Παιδείας, Ἔρευνας
καί Θρησκευμάτων
Εἰς Ἀμαρούσιον

Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ,
Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν σημερινή Της Συνεδρία ἔλαβε γνώση τῶν ἀναφορῶν δύο ὑπαλλήλων τοῦ Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., οἱ ὁποῖες, κατόπιν τῆς ἀρνητικῆς ἀντιδράσεως τῆς Διευθύνουσας Συμβούλου, ζήτησαν ἀπό τό Διοικητικό Συμβούλιο τοῦ Ὀργανισμοῦ καί τό ἐποπτεῦον Ὑπουργεῖο σας νά τούς ἀπαντήσει, ἐάν ἀπαγορεύεται νά φέρουν τά θρησκευτικά σύμβολα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἤ νά ἔχουν ἱερές εἰκόνες ἐπάνω στό γραφεῖο ἐργασίας τους. Η Δ.Ι.Σ. ἀπεφάσισε τήν ἀποστολή τῆς παρούσας, προκειμένου νά δηλώσει τήν λύπη καί διαμαρτυρία Της γιά τό δυσάρεστο συμβάν σέ βάρος τῶν δικαιωμάτων ἐργαζομένων, πού εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας.

Προκαλοῦνται εὔλογες ἀπορίες : ἀπό τήν ἀπαγόρευση νά ὑποχρεωθεῖ κανείς νά ἀποκαλύψει, παρά τή θέλησή του, τά θρησκευτικά του φρονήματα, θά φθάσουμε στήν ἀντίστροφη ἀπαγόρευση τοῦ δικαιώματος νά καθιστᾷ ὁ καθένας ἐμφανές τό θρησκευτικό του συναίσθημα στό δημόσιο χῶρο ;

Ἡ διαμαρτυρία καί ἡ λύπη μας, ὡστόσο, δέν σημαίνει ὅτι θά παρασυρθοῦμε σέ ἐπίδειξη ἐμπάθειας. Ἡ ἠθική διαφορά τοῦ μηνύματος τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται στό ὅτι εὔχεται καί προσεύχεται «ὑπέρ τῶν μισούντων καί ἀγαπώντων ἡμᾶς». Θεωροῦμε, γιά τόν λόγο αὐτόν, ἀξιέπαινη καί χριστιανική τήν στάση τῶν θιγόμενων ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖες δέν ζήτησαν τήν ἄσκηση διώξεως κατά τῆς προϊσταμένης τους, εἰ μή μόνον νά ἀναγνωρισθεῖ ρητῶς ἀπό τόν ἐργοδότη τους ἡ ἐλευθερία ἐκδηλώσεως τῆς θρησκευτικῆς πίστεώς τους στόν χῶρο ἐργασίας τους.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς κοινότητα κλήρου καί λαοῦ, συμπαρίσταται στό δίκαιο καί δημοκρατικό αἴτημα τῶν ἐργαζομένων καί ἀναμένει τήν ἀπάντηση τῆς ἐργοδοτικῆς πλευρᾶς καί τοῦ ὑμετέρου Ὑπουργείου. Θά ἀποτελοῦσε ὠφέλιμη ὑπηρεσία στόν τόπο, ἐάν τό Ὑπουργεῖο σας μέ τήν παροῦσα εὐκαιρία ἀπεδείκνυε ὅτι εἶναι ἄξια προστασίας ἡ θρησκευτική ἐλευθερία γιά ὅλους, τόσο γιά τήν πλειοψηφία τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ὅσο καί γιά τίς μειοψηφίες τῶν ἑτεροδόξων, ἐτεροθρήσκων ἤ τῶν μή θρησκευόντων.

Θά ἐνθυμεῖσθε πώς τόν Μάιο τοῦ 2009 στό ἄκουσμα τῆς εἰδήσεως ὅτι κατά τή διάρκεια σωματικοῦ ἐλέγχου ἀπό ἀστυνομικό σέ μουσουλμάνο καταστράφηκαν σελίδες τοῦ Κορανίου, πού εἶχε μαζί του ὁ ἐλεγχόμενος, εἶχαν προκληθεῖ βίαια ἐπεισόδια στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, πρίν κἄν ἐξακριβωθοῦν οἱ συνθῆκες τοῦ περιστατικοῦ. Οἱ κρατικοί κανόνες λοιπόν, πού προστατεύουν τήν κοινωνική εἰρήνη ἀπό τίς προσβολές τοῦ ἑνός τῆς θρησκευτικῆς πίστεως τοῦ ἄλλου, ἔχουν παρόντα καί ἰσχύοντα λόγο ὑπάρξεως. Καί ἡ δική μας ἀνεκτική στάση ὡς ὀρθοδόξων χριστιανῶν δέν ἀπαλλάσσει τήν Πολιτεία ἀπό τό λειτούργημά της νά παρεμβαίνει καί νά προστατεύει.

Κλείνοντας θά μᾶς ἐπιτρέψετε μία διαπίστωση γιά τόν φανατισμό. Στήν Ἑλλάδα οἱ ἀπόπειρες ἀπό πολιτικές τάσεις, ἀκτιβιστικές ἑνώσεις ἤ δημόσια πρόσωπα γιά τήν προβολή καί ἀναγνωρισιμότητα τῆς ἀθεΐας συνήθως ἐξαντλοῦνται σέ μονοσήμαντη ἀντιπαράθεση μέ τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ ἔλλειψη νηφαλιότητας, ἡ ἐπιθετικότητα, οἱ διακωμωδήσεις καί οἱ προσβολές, πού ἐκδηλώνουν κατά τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν δίδουν τήν ἐντύπωση ὅτι πρόκειται μᾶλλον γιά ἀπογοητευμένους χριστιανούς, παρά γιά συνειδητοποιημένους ἄθεους, πού σέβονται τήν θρησκευτική πίστη τοῦ ἄλλου.

Προκαλεῖ βεβαίως ἔκπληξη πῶς εἶναι δυνατόν τόση ἐμμονή γιά τήν ἐξαφάνιση εἰδικά τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπό τή δημόσια ζωή νά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπους, πού ὑποτίθεται ὅτι ἐμφοροῦνται ἀπό θρησκευτική ἀδιαφορία. Εἶναι καί αὐτή μία κατηγορία θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ μᾶλλον ἀπειλητικότερη γιά τήν κοινωνική συνοχή ἀπό τήν ἀτομική θρησκοληψία.

Τό φαινόμενο τοῦ ἐπιθετικοῦ ἀντιχριστιανισμοῦ, πού διεκδικεῖ καί ἐπαίνους προοδευτικότητας, ἀξίζει προσοχῆς ἀπό τό Ὑπουργεῖο σας, ἐπειδή ἀμφισβητεῖ τόν ἴσο σεβασμό τῶν δικαιωμάτων, μέ τό διχαστικό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ πλειοψηφία εἶναι ἀπειλή γιά τίς μειοψηφίες καί, ἑπομένως, δέν ἀξίζει προστασίας.

Μέ τήν πεποίθηση ὅτι τυγχάνει τῆς κατανοήσεώς σας ἡ σημασία τῶν ὡς ἄνω ἐκτεθέντων, καί μέ τήν ἐλπίδα ὅτι στόν σχεδιασμό καί στίς ἀποφάσεις σας θά συνεξετάσετε τίς σχετικές θέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σᾶς ἀπευθύνουμε τήν εὐχή ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ καί νά σᾶς ἐνισχύει στά εὐθυνοφόρα καθήκοντά σας.

Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ

Advertisements

Aρχαία φιλοσοφία και χριστιανισμός


Η στάση των χριστιανών απέναντι στους εθνικούς (=μη χριστιανούς) φιλοσόφους

Ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς (2ος αιώνας μ.Χ.)

Ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες χριστιανούς υπάρχουν και φιλόσοφοι: ο άγιοςΙουστίνος, ο άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος, ο άγιος Αριστείδης (2ος αι.), ο στωικός Πάνταινος και οι μαθητές του, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας (3ος αι.), κ.π.ά.

Αργότερα, οι μεγάλοι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας είναι και μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι και συνεχίζουν την ελληνική φιλοσοφία, πράγμα που φυσικά αρνούνται (με φανατισμό που αγγίζει τα όρια του ρατσισμού) οι σημερινοί «αρχαιολάτρες» (νεοπαγανιστές). Στο παράρτημα (κάτω μεριά του post) δες μια λίστα πατερικών έργων φιλοσοφικού ενδιαφέροντος (από σημειώσεις του καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης – το 2004 – Γιώργου Ζωγραφίδη). Η περί ενσάρκωσης του Θεού ιδέα και η ένωσή του με τον άνθρωπο, καθώς και η θέωση του ανθρώπινου σώματος κ.τ.λ. (ιδέες που προκύπτουν από την εμπειρία και αναλύονται φιλοσοφικά από τους αγίους Πατέρες) δεν είναι μικρότερου φιλοσοφικού ενδιαφέροντος από τις περί θείου ιδέες των αρχαίων φιλοσόφων, ούτε και «λιγότερο φιλοσοφικές» από τις ιδέες των στωικών και των νεοπλατωνικών, που συνεχώς στρέφονται γύρω από τη σχέση του θείου (όπως το αντιλαμβάνονται) με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Το μόνο «έγκλημα» των Πατέρων είναι ότι φέρουν το όνομα «χριστιανοί», πράγμα ασυγχώρητο για ορισμένους, που κατηγορούν εμάς για μισαλλοδοξία, επειδή προφανώς δεν έχουν… καθρέφτες στο σπίτι τους.

Κατά το Χρήστο Γιανναρά, ο τελευταίος μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος του αρχαίου κόσμου είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ενώ οι γνωστοί ως φιλόσοφοι του βυζαντινού κόσμου, όπως ο Ψελλός, δεν είναι ιδιαίτερα δημιουργικοί στοχαστές (Χρ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και δύση στη νεώτερη Ελλάδα, αρχή του βιβλίου).

Στην πατερική και βυζαντινή παράδοση διατηρείται η φιλοσοφία ως μέθοδος γνώσης του κόσμου και απορρίπτεται (πολύ σωστά) ως μέθοδος προσέγγισης του Θεού, αφού ο Θεός είναι πλέον γνωστός στους ανθρώπους, ενσαρκωμένος ως άνθρωπος, και η γνώση Του είναι εντελώς εμπειρική και κατορθώνεται με τηνκάθαρση της καρδιάς. Ο φιλοσοφικός στοχασμός δε μπορεί να προσφέρει καμιά πραγματική γνώση του Θεού, αλλά μόνο υποθέσεις, γι’ αυτό και οι εθνικοί φιλόσοφοι έλεγαν άλλα ο ένας κι άλλα ο άλλος για το θείο κόσμο. Φυσικά και αυτό το αρνείται ο σύγχρονος νεοπαγανισμός, απλώς και μόνο επειδή έτσι γουστάρει, χωρίς καμία πραγματική έρευνα (αντικαθιστά την έρευνα με συκοφαντίες του τύπου «κάποιοι άγιοι ήταν καθάρματα», στηριγμένες σε διαστρέβλωση των αρχαίων πηγών).

Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ποια είναι η στάση των χριστιανών απέναντι στους εθνικούς φιλοσόφους;

Καθώς γίνονται χριστιανοί, οι λόγιοι του ελληνορωμαϊκού κόσμου –από τους οποίους προέρχονται το 2ο αι. μ.Χ. οι Απολογητές και, ήδη από τότε, οι Πατέρες της Εκκλησίας– αντιμετωπίζουν επιλεκτικά την αρχαία φιλοσοφία [1]. Για την ακρίβεια, αποδέχονται σε μεγάλο βαθμό το τμήμα της που αφορά στην ανθρώπινη ηθική [2] και εξολοκλήρου ό,τι αφορά στη γνώση του κόσμου (της, κατά τους χριστιανούς, κτίσεως) και αντικαθιστούν τα μεταφυσικά δόγματα (δηλ. απόψεις) των αρχαίων φιλοσόφων με την εμπειρική γνώση για το Θεό και τα συναφή θέματα, που προκύπτει από την κάθαρση της καρδιάς, το φωτισμό και τη θέωση και επαληθεύεται με την επιστήμη της διάκρισης των πνευμάτων.

Ήδη στην κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα οι φιλόσοφοι και οι σχολές που προέκυπταν απ’ αυτούς απέρριπταν (και μάλιστα με πολύ σκληρά λόγια) διδασκαλίες άλλων φιλοσόφων ή «αντίπαλων» σχολών: ο Ηράκλειτος τον Πυθαγόρα, ο Ξενοφάνης τον Εμπεδοκλή, ο Αριστοτέλης τον Πλάτωνα και τους κυνικούς, ο στωικός Διότιμος, ο σκεπτικός (πυρρωνιστής) Τίμων αλλά και ο Πλούταρχος τον Επίκουρο, ο Επίκουρος σχεδόν όλους τους άλλους κ.ο.κ.

Η απόρριψη λοιπόν από τους χριστιανούς φιλοσόφους δογμάτων άλλων φιλοσοφικών σχολών (από μερικούς και της φιλοσοφίας εν γένει, πράγμα ακραίο που δεν επικράτησε ως κυρίαρχη θέση στην πατερική παράδοση), εκτός από εύλογη (ακόμη και σήμερα μεταξύ των επιστημόνων υπάρχουν «αντίπαλες» τάσεις), ήταν και κάτι σύνηθες στον ελληνικό κόσμο. Υπάρχει βέβαια μια διαφορά: τα μεταφυσικά δόγματα των εθνικών φιλοσόφων προέρχονταν από στοχασμό και ήταν αυθαίρετα (γι’ αυτό και ποίκιλλαν), ενώ των χριστιανών από την εμπειρία της θέωσης, ήταν δηλαδή γνώση προερχόμενη από την εμπειρία και στη συνέχεια επεξεργασμένη και εκφρασμένη με τα εργαλεία του ανθρώπινου νου, όπως αντίστοιχα η γνώση του κόσμου.

Γι’ αυτό και το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, αναφερόμενο κυρίως στις νεοπλατωνικές ιδέες του Ιωάννη Ιταλού, απορρίπτει ως αιρετικούς εκείνους που σπουδάζουν την ελληνική φιλοσοφία πιστεύοντας τα μεταφυσικά της δόγματα, ενώ αποδέχεται ως χριστιανούς εκείνους που τη σπουδάζουν «διὰ παίδευσιν», δηλαδή ως μέρος της φιλοσοφικής κατάρτισής τους («τοῖς τὰ ῾Ελληνικὰ δεξιοῦσι μαθήματα, καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις») [3].
Έτσι, οι Πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν αρχαίες φιλοσοφικές ιδέες που η θεοπτική εμπειρία των αγίων αποδεικνύει εσφαλμένες, όπως η αιωνιότητα του κόσμου, ο ρόλος του δημιουργού Θεού ως απλού διακοσμητή (και όχι δημιουργού εκ του μηδενός), ο απρόσωπος χαρακτήρας του θείου (ως δυνάμεως), ημετεμψύχωση, η προΰπαρξη των ψυχών, ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών κ.λ.π. Αντίθετα, στον τομέα της γνώσης του κόσμου συνεχίζουν σαφώς τους προγενέστερους φιλοσόφους, ακολουθώντας, όπως και εκείνοι, τη μέθοδο της παρατήρησης και του στοχασμού. Αρχίζοντας, ούτως ειπείν, από το χριστιανόΓαληνό, το «διάδοχο του Ιπποκράτη», βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά σοβαρή παράδοση φιλοσοφικών (κοσμολογικών και ανθρωπολογικών) έργων που αποτελεί μέρος της πατερικής γραμματείας.

«Τὸ μὲν ἐξεταστικόν τε καὶ θεωρητικὸν ἐδεξάμεθα, ὅσον δὲ εἰς δαίμονας φέρει καὶ πλάνην καὶ ἀπωλείας βυθὸν διεπτύσαμεν»

τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (δηλ. «δεχτήκαμε το ερευνητικό και θεωρητικό πνεύμα και απορρίψαμε ότι οδηγεί προς δαίμονες, πλάνη και βυθό απώλειας» – δηλ. τη μαγεία, τις μαντείες, τις ποικίλες λατρείες κ.λ.π.) [4]. Και αλλού γράφει:
«Ή γαρ φιλοσοφητέον, ως ο εμός λόγος, ή τιμητέον την φιλοσοφίαν» (=θα έλεγα ότι ή πρέπει να φιλοσοφεία κάποιος ή [έστω] να τιμά τη φιλοσοφία – Λόγος ΚΕ΄, Εις Ηρώνα τον φιλόσοφον, PG 35, 1197Α).

 
Γαληνός και Ιπποκράτης (από εδώ)

Αυτή είναι η διάκριση φιλοσοφίας και θεολογίας στον πατερικό χώρο, η διάκριση μεταξύ γνώσης του κόσμου και γνώσης του Θεού. Απορρίφθηκε η παρέμβαση του ενός χώρου στον άλλο, δηλαδή η απόπειρα κατοχής του Θεού με τα εργαλεία της φιλοσοφίας, ενώ η προσπάθεια της θεσμικής Εκκλησίας να ποδηγετήσει την επιστημονική έρευνα ήταν κάτι άγνωστο στον πατερικό χώρο. Συνέβη μόνο στηδιαστρεβλωμένη χριστιανοσύνη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, στην οποία, σημειωτέον, η αρχαία πατερική παράδοση αγνοήθηκε, γι’ αυτό αγνοήθηκε και κατά την επιστημονική επανάσταση των νεώτερων χρόνων, με συνέπεια να απορριφθεί ο χριστιανισμός ως συνώνυμο της πνευματικής τρομοκρατίας και του σκοταδισμού (για την επιστημονική πρόοδο στη Βυζάντιο δες ενδεικτικά εδώ &εδώ).

Η άλλη πλευρά: πολέμιοι της φιλοσοφίας

Αντίθετα με τους παραπάνω, άλλοι πρώιμοι χριστιανοί συγγραφείς της εποχής, όπως ο Τατιανός ο Σύρος (αυτοχαρακτηριζόμενος από αντίδραση «ο κατά βαρβάρους φιλοσοφών», Προς Έλληνας, P.G., τόμ. 6, 888Β), ο άγιος Θεόφιλος Αντιοχείας και ο Ερμείας ο «φιλόσοφος», αντιμετώπισαν εχθρικά την «ανθρώπινη σοφία» των φιλοσόφων και τους διέσυραν ανενδοίαστα, είτε καταγγέλλοντάς τους για ηθική διαφθορά είτε καταλογίζοντάς τους θεολογικούς «λήρους», αφού, επειδή είναι κατ’ ουσίαν «μωροί», ως μη έχοντες σοφία από Θεού, «ουδέ σύμφωνα ουδέ ομόλογα οι φιλόσοφοι προς αλλήλους λέγοντες, εκτίθενται τα δόγματα» (Ερμείας, Διασυρμός των έξω φιλοσόφων, P.G., ό.π., 1169Α).

Αφετηρία της πολεμικής τους οι συγγραφείς αυτοί θέτουν το περίφημο παύλειοΚολοσσαείς β΄ 8:

«Βλέπετε μή τις υμάς έσται ο συλλαγωγών διά της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν».

Εκεί ωστόσο ο Παύλος καταπολεμεί «θρησκεία των αγγέλων» (Κολοσσ. β΄ 18), που προφανώς αυτοχαρακτηριζόταν «φιλοσοφία» ενώ, στην πραγματικότητα, ανήκε στα σωτηριολογικά κινήματα της εποχής (προδρομικά γνωστικά κινήματα)[5] που συνδύαζαν μια ιδιότυπη «λαϊκή φιλοσοφικότητα» με πλείστες διατάξεις και αντιλήψεις θρησκευτικού τύπου (πρβ. ό.π., β΄ 16: «Μη ουν τις υμάς κρινέτω εν βρώσει ή εν πόσει ή εν μέρει εορτής ή νουμηνίας ή σαββάτων»).

Είναι πασίγνωστο στους μελετητές ότι, κατά την εποχή του αποστόλου Παύλου, φιλοσοφία και θρησκεία δεν ήταν πάντα σαφώς διακεκριμένα. Επομένως ανάλογες αναφορές πρέπει να εξετάζονται με προσοχή: ο Παύλος μιλάει για μια μαγικο-θρησκευτική λατρεία και όχι για την ελληνική φιλοσοφία, λατρεία ανάλογη με τασύγχρονα κινήματα ανατολικής θρησκευτικότητας (γιόγκα, τάι τσι, φενγκ σούικ.λ.π.) [6]. Ο Τατιανός, ο Θεόφιλος και ο Ερμείας ωστόσο αναφέρονται στους φιλοσόφους και όχι στις λατρείες της εποχής τους [7].

Οι προ χριστού χριστιανοί

Ο Αθηναίος απολογητής του 2ου αιώνα άγιος Αθηναγόρας, ο «χριστιανός φιλόσοφος», αποφαίνεται:

«Οι δε από της Στοάς, καν ταις προσηγορίαις κατά τας παραλλάξεις της ύλης, δι ής φασι το πνεύμα χωρείν του Θεού, πληθύνωσι το Θείον τοις ονόμασι, τω γουν έργω ένα νομίζουσι τον Θεόν…»

(= «Οι στωικοί, αν και θεωρητικά πολλαπλασιάζουν το θείον, στην πράξη θεωρούν πως ο Θεός είναι ένας», Αθηναγόρου, Πρεσβεία περί χριστιανών, P.G., ό.π., 904Α –πρβ. τον 4ο αι., «και παρ’ Έλλησι, φαίεν αν, μία θεότης, ως οι τα τελεώτερα παρ’ εκείνοις φιλοσοφούντες…», (δηλ. και ανάμεσα στους Έλληνες [=ειδωλολάτρες] ένας θεωρείται ο Θεός, όπως γράφουν οι τελειότεροι φιλόσοφοί τους, Γρηγόριος Θεολόγος, Θεολογικός 5ος, κεφ. 15, P.G. τόμ. 36, 149Β).

 

 
Εικόνες αρχαίων φιλοσόφων στην ιστορική μονή Bachkovo της Βουλγαρίας (φωτο & άρθρο εδώ – δες ΚΙ ΑΛΛΕΣ εδώ)

Ο Ιουστίνος μιλάει για «το έμφυτον παντί γένει ανθρώπων σπέρμα του λόγου» (Απολογία Β΄, κεφ. 8, 457Α), για τον «σπερματικόν θείον Λόγον» (ό.π., κεφ. 13, 465Β) μέσω του οποίου οι εθνικοί συγγραφείς «αμυδρώς εδύναντο οράν τα όντα» (ό.π., 467Α). Ο όρος, που καθιερώθηκε στο χριστιανισμό ως η κορύφωση της αποδοχής της προχριστιανικής σοφίας, έχει στωική προέλευση. Κατά τους στωικούς «ο Θεός είναι ο σπερματικός λόγος του σύμπαντος» (Διογένης Λαέρτιος 7, 136) [8].

Ο Ιουστίνος επίσης διακρίνει τους ανθρώπους, από καταβολής κόσμου, σε «άνευ λόγου βιώσαντας», οι οποίοι «άχρηστοι και εχθροί τω Χριστώ ήσαν, και φονείς των μετά λόγου βιούντων», και σε «μετά λόγου βιώσαντας και βιούντας», οι οποίοι «Χριστιανοί και άφοβοι και ατάραχοι υπάρχουσι» (Απολογία Α΄, P.G., ό.π., 397C). Ο «μετά λόγου» και «άνευ λόγου» βίος, καθώς και η περί αφοβίας και αταραξίας αναφορά, παραπέμπουν ευθέως στα στωικά ανάλογα, όπως και η διάκριση των ανθρώπων, από ηθικής απόψεως, σε «φαύλους» και «σπουδαίους» (Απολ. Β΄, 7, P.G., ό.π., 456Β), από τους οποίους οι πρώτοι ταυτίζονται με τους «αμαρτάνοντας», ενώ οι δεύτεροι με τους «κατορθούντας» (456Β), δηλαδή τους «πανταχού κατά λόγον τον ορθόν νομοθετήσαντας και φιλοσοφήσαντας ανθρώπους», τους οποίους αναφέρει αμέσως παρακάτω (456C), και τους οποίους («οίον Σωκράτην και τους ομοίους») οι «φαύλοι δαίμονες» ενέργησαν «διώκεσθαι, και εν δεσμοίς είναι» (456Β).

Οι «προγεγραμμένοι του Χριστού κατά το ανθρώπινον» (ό.π., κεφ. 10, 460C), μεταξύ των οποίων, εκτός του Σωκράτη, «Ηράκλειτον μεν… και Μουσώνιον δε εν τοις καθ’ ημάς, και άλλους οίδαμεν» (κεφ. 8, 457Α), «αμυδρώς εδύναντο οράν τα όντα», όπως είπαμε, «διά της ενούσης εμφύτου του λόγου σποράς» (κεφ. 13, 467Α), οι χριστιανοί όμως «τον από αγεννήτου και αρρήτου Θεού Λόγον μετά τον Θεόν προσκυνούμεν και αγαπώμεν…» (ό.π., 465C-467Α). Γι’ αυτό, «μεγαλειότερα πάσης ανθρωπίνης διδασκαλίας φαίνονται τα ημέτερα» (460Β), καθόσον «έτερόν εστι σπέρμα τινός και μίμημα κατά δύναμιν δοθέν, και έτερον αυτό ού κατά χάριν την απ’ εκείνου η μετουσία και μίμησις γίνεται» (467Α) [δηλ. οι προ Χριστού πιστοί του αληθινού Θεού είχαν αμυδρή θέα των όντων, εξαιτίας του έμφυτου θείου λόγου που διέθεταν, όμως εμείς έχουμε τον ίδιο το θείο Λόγο (το Χριστό), γι’ αυτό και η χριστιανική διδασκαλία φαίνεται μεγαλειωδέστερη από κάθε ανθρώπινη διδασκαλία].

Τον 6ο αι. ο άγιος Αναστάσιος Αντιοχείας αναφέρει ότι ο Πλάτωνας εμφανίστηκε στο όνειρο ενός φανατικού μοναχού, που τον έβριζε για τις μεταφυσικές πλάνες του, του εξήγησε ότι έχει σωθεί διά του Χριστού και τον παρακάλεσε «να μη αμαρτάνη υβρίζων» (P.G., τόμ. 89, 764. Το μνημονεύει ο άγιος Νεκτάριος στο Περί της αθανασίας της ψυχής και των ιερών μνημοσύνων, 1901, κεφ. Γβ΄).

Δες και σχετικό άρθρο με χριστιανική αποτίμηση της φιλοσοφίας του Λάο Τσε.

 
Ο Ιπποκράτης ένθρονος, σε στυλ χριστιανού αγίου (από εδώ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Για μια συνολική αποτίμηση των σχέσεων του χριστιανισμού με τη φιλοσοφική, αλλά και τη θρησκευτική πραγματικότητα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Jean Pépin, «Ελληνισμός και Χριστιανισμός», στο Francois Châtelet (επιμ.), Η Φιλοσοφία, τόμ. Α΄, Από τον Πλάτωνα ώς τον Θωμά Ακινάτη, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1999, και Γ. Ζωγραφίδη, «Βυζαντινή Φιλοσοφία» στο Κ. Ιεροδιακόνου-Σ. Βιρβιδάκης (επιμ.), Ελληνική Φιλοσοφία, Αθήνα, Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 1999.

[2] Ως τεκμηρίωση του παρόντος αρκεί μια ανάγνωση των δύο Απολογιών του αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου (P.G. τ. 6) και του λόγου (στην πραγματικότητα, επιστολής) του Μ. Βασιλείου Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων (P.G. 31, 564 εξ. – όλο εδώ). Ο Χρυσόστομος επίσης προβάλλει ως ηθικά παραδείγματα τον Πλάτωνα και το Σωκράτη, τον Αριστείδη, το Διογένη και τον Επαμεινώνδα (Πρὸς ἄπιστον πατέρα, P.G. 47, 332-348) και άλλοι άλλα.

[3] Βλ. σχετικά Αρχιμανδρίτου Ιεροθέου Σ. Βλάχου (τώρα επισκόπου Ναυπάκτου),Εκκλησία και εκκλησιαστικό φρόνημα, έκδ. Ι. Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), Λεβαδειά 1990, σελ. 249-279.

[4] Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 11 (P.G. 36, 508-509). Όλο το έργο εδώ. Το σχετικό απόσπασμα: «Οἶμαι δὲ πᾶσιν ἀνωμολογῆσθαι τὸν νοῦν ἐχόντων, παίδευσιν τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἀγαθῶν εἶναι τὸ πρῶτον· οὐ ταύτην μόνην τὴν εὐγενεστέραν καὶ ἡμετέραν, ἣ πᾶν τὸ ἐν λόγοις κομψὸν καὶ φιλότιμον ἀτιμάζουσα μόνης ἔχεται τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ κάλλους τῶν νοουμένων· ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξωθεν, ἣν οἱ πολλοὶ Χριστιανῶν διαπτύουσιν, ὡς ἐπίβουλον καὶ σφαλερὰν καὶ Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν, κακῶς εἰδότες. Ὥσπερ γὰρ οὐρανὸν καὶ γῆν καὶ ἀέρα καὶ ὅσα τούτων, οὐκ ἐπειδὴ κακῶς τινες ἐξειλήφασιν ἀντὶ Θεοῦ τὰ τοῦ Θεοῦ σέβοντες, διὰ τοῦτο περιφρονητέον· ἀλλ᾿ ὅσον χρήσιμον αὐτῶν καρπούμενοι πρός τε ζωὴν καὶ ἀπόλαυσιν ὅσον ἐπικίνδυνον διαφεύγομεν, οὐ τῷ κτίστῃ τὴν κτίσιν ἐπανιστάντες κατὰ τοὺς ἄφρονας, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν δημιουργημάτων τὸν δημιουργὸν καταλαμβάνοντες, καὶ ὅ φησιν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς Χριστόν· ὡς δὲ καὶ πυρὸς καὶ τροφῆς καὶ σιδήρου καὶ τῶν ἄλλων οὐδὲν καθ᾿ ἑαυτὸ χρησιμώτατον ἴσμεν ἢ βλαβερώτατον, ἀλλ᾿ ὅπως ἂν δοκῇ τοῖς χρωμένοις· ἤδη δὲ καὶ τῶν ἑρπυστικῶν θηρίων ἔστιν ἃ τοῖς πρὸς σωτηρίαν φαρμάκοις συνεκεράσαμεν· οὕτω καὶ τούτων τὸ μὲν ἐξεταστικόν τε καὶ θεωρητικὸν ἐδεξάμεθα, ὅσον δὲ εἰς δαίμονας φέρει καὶ πλάνην καὶ ἀπωλείας βυθὸν διεπτύσαμεν· ὅτι μὴ κἀν τού των πρὸς θεοσέβειαν ὠφελήμεθα, ἐκ τοῦ χείρονος τὸ κρεῖττον καταμαθόντες, καὶ τὴν ἀσθένειαν ἐκείνων ἰσχὺν τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου πεποιημένοι. Οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν, ὅτι τοῦτο δοκεῖ τισιν· ἀλλὰ σκαιοὺς καὶ ἀπαιδεύτους ὑποληπτέον τοὺς οὕτως ἔχοντας, οἳ βούλοιντ᾿ ἂν ἅπαντας εἶναι καθ᾿ ἑαυτούς, ἵν᾿ ἐν τῷ κοινῷ τὸ κατ᾿ αὐτοὺς κρύπτηται, καὶ τοὺς τῆς ἀπαιδευσίας ἐλέγχους διαδιδράσκωσιν. Ἐπεὶ δὲ τοῦτο ὑπεθέμεθα καὶ ἀνωμολογησάμεθα, φέρε τὰ κατ᾿ αὐτὸν θεωρήσωμεν».

[5] Πρβ. Σάββα Αγουρίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Γρηγόρης, Αθήναι 1971, σελ. 291: «Το χαρακτηριστικόν της ετεροδιδασκαλίας των Κολοσσών ήτο η λατρεία των “στοιχείων του κόσμου τούτου”, δηλ. των πνευμάτων ή αγγέλων, που κυβερνούν τον κόσμον, και μία ιουδαϊκού τύπου άσκησις, κατά τινα τρόπον συνδεομένη προς τας κοσμικάς ταύτας αγγελικάς δυνάμεις. Η ετεροδιδασκαλία αύτη ηξίου δι’ εαυτήν το όνομα της ανωτέρας γνώσεως ή φιλοσοφίας, εκ δε της λέξεως “θρησκεία”, ήν χρησιμοποιεί ο Παύλος εν 2,18, φαίνεται ότι, όπως εν γένει εις τας μυστηριακάς θρησκείας, οι λάτρεις των ουρανίων δυνάμεων εν Κολοσσαίς είχον τελετήν μυήσεως…».

[6] Για μια κριτική αξιολόγηση της θέσης των κινημάτων αυτών στο σύγχρονο δυτικό κόσμο –και αντιπαραβολή με τη θέση της αρχαίας ελληνικής και της νεότερης φιλοσοφίας, της χριστιανικής θεολογίας κ.λ.π.– βλ. Νικόλα Σεβαστάκη,Η αλχημεία της ευτυχίας – δοκίμιο για τη σοφία της εποχής, Πόλις, Αθήνα 2000, ISBN 960-8132-06-1.

[7] Ο ελαφρώς μεταγενέστερος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς, Λόγος Α΄, κεφ. ΙΑ΄) ερμηνεύει το συγκεκριμένο χωρίο του απ. Παύλου ως καταδικάζον «φιλοσοφίαν μεν ου πάσαν, αλλά την Επικούρειον… πρόνοιαν αναιρούσαν και ηδονήν εκθειάζουσαν, και ει δη τις άλλη τα στοιχεία εκτετίμηκε, μη επιστήσασα την ποιητικήν αιτίαν τούτοις, μηδέ εφαντάσθη τον Δημιουργόν». Βλ. Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, Άπαντα τα έργα, τόμ. 3, Στρωματείς, Λόγοι Α΄-Δ΄, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ιγνάτιος Σακαλάκης, σειρά Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, εκδ. οίκος Ελευθ. Μερετάκη «Το Βυζάντιον», Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 68.

[8] Η αναφορά στο A. A. Long, ό.π., σελ. 249. Πρβ. «Ο Λόγος ως ζωτική αρχή καλείται “λόγος σπερματικός”, ή εις τον πληθυντικόν “λόγοι σπερματικοί”. Ο πληθυντικός δηλώνει την ποικιλίαν των ενεργειών του ενός Λόγου», Σωκρ. Γκίκα, «Λόγος (Φιλοσοφία)», λήμμα στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Αθ. Μαρτίνου, τ. 8, Αθήναι 1966, στ. 334-335.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: χριστιανικά κείμενα με φιλοσοφικό ενδιαφέρον…

(…στα βυζαντινά χρόνια)

(Ενδεικτικός κατάλογος από σημειώσεις του καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης – το 2004 – κ. Γιώργου Ζωγραφίδη [στην πραγματικότητα τα έργα αυτά είναι πολύ περισσότερα])

* Σημείωση: οι παρακάτω συγγραφείς δεν είναι όλοι άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας.

Πρώτοι αιώνες

Ιουστίνος (110-165 μ.Χ.), Απολογία Α΄ & Β΄Διάλογος προς Τρύφωνα

Αθηναγόρας (μέσα 2ου αι.), Πρεσβεία περί χριστιανών

Ανώνυμος (3ος αι.), Λόγος παραινετικός προς Έλληνας,

Κλήμης Αλεξανδρεύς (150-215 μ.Χ.), Προτρεπτικός προς ΈλληναςΣτρωματείς

Ιππόλυτος Ρώμης (170-235), Κατά πασών αιρέσεων έλεγχος

Ωριγένης (185-253), Περί αρχώνΚατά Κέλσου

Από τη Νίκαια στη Χαλκηδόνα 

(δηλ. από την 1η ώς την 4η Οικουμενική Σύνοδο)

Ευσέβιος Καισαρείας (263-340), Ευαγγελική προπαρασκευή

Αθανάσιος ο Μέγας (295-373), Κατά Ελλήνων [ορθός τίτλος: Κατά Ειδώλων (όλοεδώ)], Περί ενανθρωπήσεως

Βασίλειος ο Μέγας (329-379), Εις την ΕξαήμερονΚατά ΕυνομίουΠρος τους νέους

Γρηγόριος Θεολόγος (330-390), Λόγοι θεολογικοί (είναι οι Λόγοι 27-31 σ’ αυτή τη λίστα)

Γρηγόριος Νύσσης (335-394), Περί κατασκευής ανθρώπουΠρος ΕυνόμιονΠερί ψυχής και αναστάσεως

Συνέσιος Κυρήνης (372-413), ΔίωνΠερί Βασιλείας

Νεμέσιος Εμέσης (4ος – 5ος αι.), Περί φύσεως ανθρώπου

Θεοδόρητος Κύρου (393-466), Ελληνικών θεραπευτική παθημάτων

Από τα μέσα του 5ου στις αρχές του 9ου αιώνα

(Ψδ)Διονύσιος Αρεοπαγίτης (τέλος 5ου αι.), Περί θείων ονομάτωνΠερί μυστικής θεολογίας,

Αινείας Γαζαίος (450-534), Θεόφραστος ή Περί αθανασίας

Ζαχαρίας Σχολαστικός (465-553), Αμμώνιος ή Περί δημιουργίας

Προκόπιος Γαζαίος (460-530), Αντιρρήσεις εις τα Πρόκλου

Λεόντιος Βυζάντιος (480-540), Κατά Νεστοριανών

Ιωάννης Φιλόπονος (490-570), Κατά ΠρόκλουΕις Κοσμογονίαν, Σχόλια στον Αριστοτέλη
Δαβίδ (6ος αι.), Προλεγόμενα φιλοσοφίας, Σχόλια στον Πορφύριο
Ηλίας (6ος αι.), Σχόλια σε Πορφύριο και Αριστοτέλη
Στέφανος Αλεξανδρεύς (6ος – 7ος αι.), Εις το Περί ερμηνείας
Μάξιμος Ομολογητής (580-662), Σχόλια στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη (όλο το έργο του αγίου Μάξιμου είναι σημαντικο από φιλοσοφική άποψη – έργα του δες εδώ)

Ιωάννης Δαμασκηνός (680-750), ΔιαλεκτικάΈκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως
Νικηφόρος ΚΠόλεως (758-829), ΑπολογητικόςΑντίρρησις

 
Ο μεγάλος ελληνιστής, καθηγητής της φιλοσοφίας και ειρηνοποιός του 12ου αι. άγιος ΕυστάθιοςΘεσσαλονίκης

Οι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι και Σίβυλλες που κοσμούν τις εκκλησίες μας


Χίλων Λακεδαιμόνιος

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε μονοθεϊσμός ο οποίος αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την διάδοση της μετέπειτα Χριστιανικής διδασκαλίας. Σε αυτό το θέμα θα δούμε τον μονοθεϊσμό στην Αρχαία Ελλάδα και τους αρχαίους να κοσμούν τις Ορθόδξες εκκλησίας της Χώρας μας. Στα αριστερά μπορείτε να διακρίνεται τον Χίλων το Λακεδαίμονα ο οποίος ήταν ένας από τους Επτά Σοφούς της Aρχαίας Ελλάδας.(νάρθηκας της του παρεκκλησίου της Πορταϊτίσσης στην Ι. Μ. Ιβήρων, Άγιον Όρος. © Δημ. Τσιρόγλου, λήψη 2004). Σύμφωνα με τον Μέγα Αθανάσιο (πατρολογία) Ο Χειλών είχε πει πως «Άφθαρτος φύσις του Θεού θα γεννηθεί, εξ αυτού δε ο ίδιος ως ουσία και Λόγος«. Το γεγονός ότι οι σοφοί στην Αρχαία Ελλάδα ήταν μονοθεϊστές ίσως δείχνει ότι κατανοούσαν πολύ περισσότερα πράγματα από όσα νομίζουμε. Πολύ πριν την παρακμή της αρχαίας Ελλάδας από τους Ρωμαίους, όταν ακόμα άνθιζε η φιλοσοφία, οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται πως είχαν διατυπώσει σκέψεις γύρω από Ένα Θεό, μία Αρχή που δημιούργησε και ρύθμιζε το κόσμο.

Όσο αναφορά την Πυθαγόρεια παράδοση, Ο Πυθαγόρας, ως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες

Πλάτων Άγ. Όρος

φιλόσοφους έλεγε ότι: «έστι τε Θεός και ούτος πάντων κύριος», «ένα και μόνον διδάσκει Θεόν είναι» κατά τον Ιάμβλιχον και Πορφύριον. Ο δε πυθαγόριος Θεωρίδας στο περί φύσεως σύγγραμμά του γράφει: «Μια δ’ άρα των όντων αρχά μεν όντως αληθινά, μια κείνη γαρ εν αρχά τέ εστιν εν και μόνον».  Κατά τον Τίμαιον εξάλλου τον Λοκρόν η φράση «μία αρχά πάντων εστίν αγέννητος ει γαρ εγένετο, ουκ αν ην έτι αρχά….» δηλώνει έντονα ότι ο μονοθεϊσμός ήταν κατανοητός στην Αρχαία Ελλάδα.  Η σχέση αρχαίας Ελλάδας και μονοθεϊσμού φαίνεται επίσης στον Ιάμβλιχο ο οποίος ως αρχή και αιτία του παντός δέχθηκε ένα μόνο Θεό, πηγή του Αγαθού, όπως και ο Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας πάντως περιγράφει τον Δημιουργό Θεό στο αριστουργηματικό έργο «Τίμαιος» με παρόμοιο τρόπο με τον οποίο τον βρίσκουμε και στον Χριστιανισμό, να δημιουργεί το κόσμο μέσα από το Χάος. Ο Πλάτωνας φαίνεται να υπάρχει σε αρκετές τοιχογραφίες στο Άγιο Όρος.


Έτσι λοιπόν για τους Σωκρατικούς φιλοσόφους οι ανθρωποειδείς θεοί του Ομήρου είναι ανύπαρκτα είδωλα σε ένα πλαίσιο ποιητικού μύθου. Οι θεοί δεν μπορεί να είναι ανθρωπόμορφοι, με πάθη ανθρώπινα και έριδες, περιγράφει ο Σωκράτης στο έργο του Πλάτωνος «Πολιτεία». Ο μονοθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδας φαίνεται έντονα όταν ο Αριστοτέλης ακολουθώντας τον δάσκαλο του Πλάτωνα, χαρακτηρίζει το Θεό ως «Αυτοζωή» και «Πηγή πάσης ζωής» και διδάσκει ότι η λατρεία του πρέπει να είναι «ανείδωλος». Στα Μεταφυσικά του, ο Θεός είναι αιώνιος, άϋλος, πνεύμα καθαρό και κυβερνά τα πάντα. Τοιχογραφίες των αρχαίων φιλοσόφων όπως του Αριστοτέλη έχουν βρεθεί σε πολλούς ορθόδοξους ναούς, ένας εκ των οποίων είναι σε νάρθηκα του παρεκκλησίου της Πορταϊτίσσης στην Ι. Μ. Ιβήρων, Άγιον Όρος. (© Δημ. Τσιρόγλου, λήψη 2004.) που δείχνει τον Αριστοτέλη.

Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου

Στην Ιερή Μονή Μεγάλου Μετεώρου θα δει κανείς έκπληκτος τις τοιχογραφίες που αναπαριστούν των ποιητή Όμηρο, έπειτα τον ιστορικό Θουκυδίδη, τον μεγάλο φιλόσοφο Αριστοτέλη, έπειτα τον δάσκαλο του Πλάτωνα  και τέλος τον ιστορικό Πλούταρχο. Αντίστοιχες τοιχογραφίες λένε ότι υπάρχουν στη Μεγίστη Λαύρα, στο Βατοπαίδι και σε άλλους ναούς τη Ελλάδος που υποδηλώνουν έντονη την Ελληνοχριστιανική παράδοση στην Ορθοδοξία.

Πλούταρχος

Η φιλόσοφοι της Ρωμαιοκρατούμενης αρχαίας Ελλάδας μ.Χ. όπως ο  Πλούταρχος συνεχίζουν να πιστεύουν στον μονοθεϊσμό. Ο Πλούταρχος ορίζει το Θεό ως αγέννητο, άναρχο, αιώνιο, εκτός χρόνου υπάρχοντα, πηγή του αγαθού, ως εν και ως ωραίο. Είναι ο Νους που όλα τα ρυθμίζει και διευθύνει. Μετά το θάνατο πίστευε ότι οι ψυχές περιπλανώνται στο ουράνιο διάστημα ανάμεσα στη γη και τη σελήνη, όπου υφίστανται τιμωρίες. Ο Πλούταρχος κοσμεί τοιχογραφία εξωνάρθηκα του ναού της Μονής Φιλανθρωπινών στο νησάκι Ιωαννίνων και τιμάτε από την Ορθοδοξία αλλά και από την ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους αρχαίους Έλληνες ιστορικούς

Ο Ηράκλειτος ο οποίος ομιλεί για την ενιαία ουσία του κόσμου και για μια υπέρτατη αρχή του παντός από την οποία πηγάζει το ανθρώπινο δίκαιο. «Εκ πάντων εν και εξ ενός τα πάντα». «΄Εν πάντα είναι» αποφαίνεται. «Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός, του θείου…. νόμοις και βουλή πείθεσθαι ενός». Εντυπωσιακή είναι η διατύπωση του ότι Αρχή των πάντων είναι ο Λόγος. Όμοίως με τον Ηράκλειτο μερικούς αιώνες αργότερα ο Ιωάννη θα ξεκινήσει το Ευαγγέλιο του λέγοντας: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Ο Ηράκλειτος μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί σε κάποια εκκλησία.

Στον Εμπεδοκλή βλέπουμε κατ’ επανάληψη να γίνεται λόγος για μια παγκόσμια Αρχή, την οποία θεωρεί ως ενιαίο γενικό Νόμο, που εξουσιάζει στο σύμπαν. Ο Νόμος αυτός είναι εκδήλωση πρόνοιας Ενός Θεού που είναι αόρατος, απρόσιτος, νους όλος: «φρην ιερή και αθέσφατος έπλετο μούνον, φρόντισι κόσμον άπαντα καταϊσσουσα θόησιν». Απέρριπτε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι, τους ανθρωπόμορφους θεούς της λαϊκής θρησκείας …. «την υπέρ νουν αινιττόμενος αιτίαν».

Ο σοφός Σοφοκλής, ονομάζει τον Θεό ως «πατήρ Ζεύ» (όμως ως έννοια ακατάληπτη, τέλειου, υψίστου και Πατέρα όλων), «ύψιστο», «ουράνιο», «εν θεοίς θεό», «αιώνιο Θεό», «πανταχού παρών μέγα αιθεροβάμων», «πάμφωτο υπέρθεο», «αθάνατον αιεν αρχά», «παντοδύναμο» και «αναίτιο κακών». Τοιχογραφία του σοφού Σοφοκλή υπάρχει στο Άγιο Όρος. Ο Ευρυπίδης ασκώντας κριτική στην χονδροειδή αντίληψη που είχαν οι σύγχρονοί του για τους θεούς, αρνείται τις κακές ιδιότητες και πράξεις των ανθρωπόμορφων Θεών όπως τους παρουσιάζουν οι Έλληνες ποιητές, αρνείται ότι κατοικούν σε ναούς, το ότι είναι σοφοί και δίκαιοι εφόσον διαπράττουν εγκλήματα και τους θεωρεί μάταιες δοξασίες ενώ απορρίπτει τις Ερινύες και την μαντεία.

Τοιχογραφίες Σιάτιστα

Μία πάρα πολύ εντυπωσιακή τοιχογραφία είναι αυτή που εντοπίζεται στα Σιάτιστα, στο γυναικωνίτη του ναού, όπου αναπαρίστανται οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ως (πνευματικό) γενεαλογικό δένδρο του Ιησού. Η ελληνοχριστιανική σχέση είναι πολύ έντονη στη σχετική τοιχογραφία ενώ μπορεί κανείς να διακρίνει τον Πλούταρχο, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα και τη Σίβυλλα και πλήθος άλλων Ελλήνων οι οποίοι τιμήθηκαν από την ελληνοχριστιανική παράδοση και θεωρήθηκαν αναπόσπαστο κομμάτι της Ορθοδοξίας . Δυστυχώς πολλές καταστροφές σε ναούς που έγιναν επί Τουρκοκρατίας οδήγησαν αυτό το τμήμα της Ορθόδοξης παράδοσης μας να χαθεί, αφού κάθε ελληνοχριστιανική αξία καταπατήθηκε όσο το δυνατόν περισσότερο.

Ο Παρμενίδης απέδιδε στο ‘Ον – Παν’ ιδιότητες θείες και ελέγε ότι «αγέννητον εόν και ανώλεθρόν έστι … ουδέ διαιρετόν έστι…. αυτάρ ακίνητον …έστιν άναρχον άπαυστον …. ανενδεές και τέλειον αλλά και πεπερασμένον». Η εξήγηση της οντολογίας του Παρμενίδη που δίδει η ελληνοχριστιανική παράδοση βρίσκεται στο ότι θεωρεί το Εν ως ουσιαστικό συστατικό των πολλών, το «εν Είναι» ως η ουσία των επί μέρους όντων, το Εν μόνον όντως Ον, ποιοτικώς διάφορον εκείνων, ουσία όλως άλλο. ‘Ολα τα άλλα είναι όντα καθόσον περιέχουν εντός των το Εν Ον. Το Ον υπάρχει ως Εν και Μοναδικόν καθ’ αυτό, τα δε όντα υπάρχουν όσο εμπεριέχουν το όλον και αμερές. Για τον Παρμενίδη, ΕΝ αρχή εποίησεν το κόσμο.

Θουκιδίδης και Σιβύλλα (Πύλη Ι.Μ. Βατοπεδίου Άγιο Όρος)

Τέλος τοιχογραφίες του Θουκιδίδη και της Σιβύλλας υπάρχουν στην Πύλη της ιεράς μονής Βατοπεδίου οι οποίες εμφανίζονται μαζί. Σύμφωνα με τον Μέγα Αθανάσιο (πατρολογία) ο Θουκυδίδης είχε πει «Να σέβεσαι τον Θεό και να κατανοείς. Μην ζητείς (να μάθεις) ποίος είναι, και πώς. Διότι ουδέποτε είναι ανύπαρκτος, ως υπάρχοντα λοιπόν να τον σέβεσαι και να τον αντιλαμβάνεσαι. Διότι είναι άσεβης αυτός ο όποιος θέλει σύμφωνα με τον νουν να εξακριβώσει τον Θεό».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που μεγάλες φυσιογνωμίες της εκκλησίας ήταν πολύ καλοί μελετητές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας. Τέτοια παραδείγματα είναι οι τρεις ιεράρχες μας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος ο Μέγας και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ή Γρηγόριος ο Θεολόγος, ακόμα η Αγία Αικατερίνη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και πλήθος αγίων μας γενικώς. Επίσης δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος είχε λάβει μόρφωση στο άγιο Όρος στο οποίο είδαμε όλες αυτές τις τοιχογραφίες, συνήθιζε να λέει στις διδαχές του: « να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας».

Αρχιεπίσκοπος: »Αυτός ο λαός υπήρξε και θα υπάρξει πάντοτε Ορθόδοξος»


Αποτέλεσμα εικόνας για αρχιεπισκοπος Ιερωνυμος

Ο Ελληνικός λαός υπήρξε και θα υπάρξει πάντοτε Ορθόδοξος, επισήμανε στο μήνυμά του για τον Δεκαπενταύγουστο ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Έδωσε έτσι προς πάσα κατεύθυνση και ιδίως προς την πλευρά του προέδρου της Βουλής Νίκου Βούτση ξεκάθαρη απάντηση για όσα ειπώθηκαν το προηγούμενο διάστημα για τα περί σχέσης των Ελλήνων με την Εκκλησία και την Ορθοδοξία.

Ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε χαρακτηριστικά πως αν κάποιος μπορούσε να δει από ψηλά την γενικότερη εικόνα, όχι μόνο την σημερινή, αλλά όλων των εποχών, θα έβλεπε τους Έλληνες απανταχού να προστρέχουν σε κάθε εκκλησία, σε κάθε παρεκκλήσι, σε χωριά και βουνά, να προσκυνήσουν την Παναγία.

Αυτό, τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως «αυτός ο λαός υπήρξε και θα υπάρξει πάντοτε Ορθόδοξος».

Οι θέσεις της Εκκλησίας για την ομοφυλοφιλία


του Βασιλείου Μακρυπούλια, δρος Φιλοσοφίας

Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον κεφ.22 ο Ιησούς συνδιαλέγεται με τους Σαδουκαίους, οι οποίοι αρνούνται την ανάστασιν των νεκρών. Η κατάληξη των λόγων του Ιησού είναι γνωστή:

«Οι άνθρωποι στη Βασιλεία των ουρανών ούτε νυμφεύουν ούτε νυμφεύονται».
Ο χριστιανισμός σηματοδοτεί την έλλογη ικανότητα του ανθρώπου να χαράξει τη δυνητική οδό προς ένα κόσμο πνεύματος και σκέψης όπου το Είναι θα ταυτίζεται με τη βούληση.
Κάθε πάθος-άρα και η ομοφυλοφιλία-απορρίπτεται επειδή εγκλωβίζει τον άνθρωπο στη γή και δεν του επιτρέπει να φαντασθεί την ασώματη και πνευματικώς αιώνια ανωτέρα κατάσταση της βασιλείας του θεού.
Ως γνωστόν ο Ιησούς ευλόγησε το γάμο ως μυστηριακή ένωση του αιωνίου θήλεος και άρρενος οι οποίοι μέσα από την ένωσή τους επαναφέρουν την αιωνία ενότητα πρίν αυτή διασπασθεί σε άρρεν και θήλυ.
Ο χριστιανισμός λοιπόν ως εξόχως πνευματικό γεγονός απορρίπτει τον ψυχισμόν και τα πάθη ,ειδικά η ανατολική ορθόδοξη θεολογία του προσώπου ωριμάζει συνειδητά τον άνθρωπο ώστε να επιλέγει την άνω οδό του λόγου πέρα από πρόσκαιρα πάθη που ικανοποιούν την κατωτέρα γήινη και ευτελή ,ουσιαστικά ανύπαρκτη από την άποψη της αιωνιότητος ψυχή.

Πολλές φορές προβάλλεται το επιχείρημα της ασαφούς ανθρωπίνης φύσης.

Γνωρίζουμε ότι η διαρκής θεολογία και φιλοσοφία προσπαθεί να δώσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα στον άνθρωπο που θα ονομασθούν χαρακτήρας του προσώπου.
Όλα αυτά ως ιδιότητες που μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά σταδιακά λέγονται ανθρώπινη φύση και σκοπό έχουν να προσδιορίσουν ως πυξίδα τον άνθρωπο στο οντολογικό του ταξείδι.
Η χριστιανική θρησκεία δέχεται ως ανθρώπινη φύση ό,τι ως ιδιότητα προάγει πνευματικά τον άνθρωπο, τον αποκολλά από τη γή και τον ωθεί προς την άνω πορεία προς τον κόσμο του Είναι.
Γι αυτό εξάλλου προτείνεται το μυστήριο του γάμου ως «μέγα» και απορρίπτονται όλες οι άλλες ανθρώπινες μίξεις ως περιττά πάθη που απλά σκλαβώνουν τον άνθρωπο στην πρόσκαιρη γή.
Άρα πρέπει να κατανικηθούν από την ανωτέρα ανθρώπινη φύση όπως αυτή χαράσσεται από τα παρακάτω λόγια του Ιησού: (Ματθαίος,28,18-20) «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γή. Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ,διδάσκοντες αυτούς τηρείν όσα ενετειλάμην υμίν».
Το χωρίο έχει ιδιαίτερη οντολογική σημασία. Ο Ιησούς εξουσιοδοτεί τους επιγόνους του να διαδώσουν και να καταστήσουν ακόμη πιο κατανοητό το κήρυγμά του.
Επίσης υποστηρίζει ότι έχει την ικανότητα και την ουράνιο εξουσία να δημιουργήσει την ανθρώπινη φύση η οποία θα συμπέσει με το θείο νόμο του. Άρα η χριστιανική φύση απορρίπτει τα πάθη –όπως την ομοφυλοφιλία(ο γάμος άρρενος και θήλεος ευλογείται)-διότι ο απαθής νούς είναι αυτός που οδηγεί πνευματικά τον άνθρωπο στον ουρανό.

Γιατί όμως στην καινή διαθήκη δεν υπάρχει ξεκάθαρη απόρριψη της ομοφυλοφιλίας αλλά έμμεση και σε αρκετά σημεία;

Γιατί στην Καινή διαθήκη ο Ιησούς ασχολείται με το γάμο ως ένωση του άρρενος και του θήλεος; Δεν θα μπορούσε να καταδικάσει ασφαλώς και την ομοφυλοφιλία;(αν και το κάνει ).
Η απάντηση είναι απλή. Η καινή διαθήκη μέσα από τα λόγια του Ιησού είναι ολοκλήρωση της παλαιάς διαθήκης, η οποία σύμφωνα με τον Παύλο ήταν παιδαγωγός εις Χριστόν.
Η ομοφυλοφιλία έχει καταδικασθεί τελεσίδικα στο Λευϊτικόν της παλαιάς διαθήκης και ο Ιησούς δεν ασχολείται άμεσα μαζί της. Όπως δεν ασχολείται με τη δημιουργία του κόσμου –άρρεν και θήλυ δημιούργησε ο θεός-διότι τα θεωρεί θέσφατα της παλαιάς διαθήκης.
Άρα ο Ιησούς καταδικάζει τελεσίδικα την ομοφυλοφιλία και εις την καινή διαθήκη σύμφωνα με το: «Ο θεός λέει δεν θα ξαπλώσει άνδρας με άνδρα σε κρεββάτι γυναικός» (Λευϊτικόν ,18:22). Γιατί όμως ασχολείται ο Ιησούς με το γάμο.

Η απάντηση είναι απλή. Εκεί υπάρχει θέμα, ο Χριστός θέλει να τελειώνει μία και καλή με το θέμα της πολυγαμίας που καλύπτεται από τη θεία ανοχή στην παλαιά διαθήκη(οι άνθρωποι της ερήμου σύμφωνα με τα κοινωνικά έθιμα της εποχής πολλές φορές είχαν πρακτικές πολυγαμίας(Αβραάμ και άλλοι).

Ο Ιησούς στην προσπάθειά του να αναγάγει το καθαρό πνεύμα ως τον μόνο οδηγό των ανθρώπων προς τη βασιλεία των ουρανών χτυπάει και αυτό το πάθος με την παρουσία του στο γάμο της Κανά, και επίσης με την περίφημη φράση του υπέρ της μονογαμίας(ανάμεσα σε άρρεν και θήλυ)στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον:
«Ξεχάσατε ότι ο θεός από την αρχή εδημιούργησε άνδρα και γυναίκα και είπεν: εξαιτίας της ένωσης του άρρενος και του θήλεος θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού ,θα προσκολληθεί στη γυναίκα του και θα γίνουν οι δύο μία σάρκα, μάλιστα αυτούς τους οποίους ο θεός ένωσε άνθρωπος δεν θα πρέπει να χωρίσει» (19,4-6).
Μέσα από το χωρίο αυτό αλλά και άλλα ο Ιησούς τελειώνει με τον εξουσιαστικό του λόγο με το θέμα της μονογαμίας. Ο Θεός εποίησε άρρεν και θήλυ, η ποιοτική πλευρά της δημιουργίας είναι το γεγονός ότι αυτά θα πρέπει να επανενωθούν προκειμένου να γίνουν ένα όπως ήταν στον τέλειο θεϊκό νού.
Η ένωση των δύο που αποκαθιστά την τέλεια ενότητα δεν είναι θέμα ποσότητος αλλά ποιότητος. Μάλιστα ο Ιησούς διά του Παύλου, υποχρέωσε σε γάμο και τους επισκόπους (άσχετα εάν σήμερα συμβαίνουν άλλα) «ει τις ανέγκλητος, μιάς γυναικός άνδραν είναι»(Τίτον,1-6).
Σε κάθε περίπτωση η αναφορά του Ιησού στα δύο και μόνο δημιουργηθέντα φύλα, και η μετέπειτα ευλογία του γάμου εις Κανά, καταδικάζει απόλυτα την ομοφυλοφιλία ως πάθος πτώσης και διαστροφής ,απομάκρυνσης από την ανάμνηση και την οδό του Κυρίου προς τη Βασιλεία του επομένου τελείου κόσμου.
Καλούνται οι άνθρωποι της εκκλησίας αντί να προσφέρουν και μόνο σωματική τροφή να ομιλούν εις τον Ελληνικό λαό και να του δίδουν την απολεσθείσα φώτιση και σοφία. Ας μην ξεχνούν το βάπτισμα του αίματος που είναι πλέον σημαντικό του βαπτίσματος του ύδατος.

Ο Ιησούς απευθύνεται κυρίως σε ιουδαϊκό κοινό το οποίο έχει ξεκαθαρισμένη θέση για την ομοφυλοφιλία(είναι αμαρτία έναντι του θεού όπως είδαμε).

Η καινή διαθήκη ξεκάθαρα ασχολείται με την ομοφυλοφιλία στις επιστολές του Παύλου και του Πέτρου –καταδικάζεται ως μεγίστη αμαρτία-διότι οι επιστολές απευθύνονται και σε χριστιανούς που προέρχονται από τον ειδωλολατρικό κόσμο όπου δυστυχώς υπήρχαν ομοφυλοφιλικές πρακτικές.

Ο Απόστολος Παύλος είναι απόλυτα συγκεκριμένος όταν απευθύνεται στο θέμα της ομοφυλοφιλίας: «ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτρες, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε πλεονέκται, ούτε κλέπται, ούτε μέθυσοι, ούτε λοιδοροί, ούτε άρπαγες βασιλειαν Θεού ού κληρονομήσουσιν» (προς Κορινθίους,6:9-10).

Σε μία πρώτη εκτίμηση παρατηρούμε ότι η αρσενοκοιτία (ομοφυλοφιλία) εξομοιώνεται με λοιπά πάθη(πνευματικά και ψυχικά και σωματικά)τα οποία απομονώνουν εγωϊστικά τον άνθρωπο, διαστρέφουν τον ανώτερο οντολογικό προορισμό του και τον καθιστούν εραστή της πρόσκαιρης απόλαυσης του σώματος και της ύλης παρά του αιωνίου κόσμου του πνεύματος και του φωτός.
Ο Παύλος απορρίπτει την ομοφυλοφιλία διότι προσκολλά τον άνθρωπο στην ύλη και δεν τον αφήνει ελεύθερο να προχωρήσει με ανοικτό μυαλό χωρίς υλικά εμπόδια προς τον νοερό κόσμο του αγαθού(εκεί όπου ο νούς έχει κυριευθεί από τις ελεύθερες οντολογικές σκέψεις του αγαθού).

Ας ασχοληθούμε με την ετυμολογία των λέξεων «μαλακός και αρσενοκοίτης». Η λέξη αρσενοκοίτης παράγεται από το άρρεν + κοίτη H λέξη κοίτη παράγεται από το ρήμα κείμαι άρα όλη η λέξη σημαίνει αυτόν που συνευρίσκεται με άνδρες.

Αν –και σύμφωνα με τις νέες τάσεις της γλωσσολογίας– ανοίξουμε νοηματικά τη λέξη θα καταλάβουμε ότι ο Παύλος καταδικάζει κάθε κακή εφαρμογή της αρσενικής φύσης (από τη χρήση βίας έως την διαστροφική χρήση της ανδρικής φύσης σε περιπτώσεις όπως η ομοφυλοφιλία).
Η λέξη βέβαια ετυμολογικά προετοιμάζεται στον Πλάτωνα ο οποίος αναφέρει (Νόμοι,636): «θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ηδονή του αρσενικού προς το θηλυκό θα πρέπει να αποδίδεται σύμφωνα με τη φύση, η σχέση αρσενικού προς αρσενικό και θηλυκού προς θηλυκό είναι παρά φύσιν».
Η σημαντική διατύπωση σε αυτό το χωρίο είναι η φράση «παρά φύσιν». Διότι σταθερά οι φιλόσοφοι και οι θεολόγοι προσφέρουν στο ανθρώπινο είδος τη φύση ως σύνολο όλων εκείνων των αξιακών ιδιοτήτων οι οποίες όσον αφορά τους ανθρώπους τους ανεβάζουν επίπεδο, τους βοηθούν να νικούν τα άλογα πάθη και να προσεγγίζουν με όπλο το νού ένα ανώτερο επίπεδο ζωής προς τον κόσμο του πνεύματος και του αγαθού.
 Άρα η φύση είναι η επαφή αρσενικού και θηλυκού. Είναι ο φυσικός νόμος που σέβεται και ο Παύλος. Ήδη στην καινή διαθήκη όπως είδαμε επιτρέπεται η επαφή αρσενικού και θηλυκού με σκοπό την ανανέωση του είδους(γι αυτό εξάλλου ο θεός δύο φύλα εδημιούργησε).
Στον Πλατωνικό Φίληβο (ο οποίος ως ελληνική παιδεία διαμοιράσθηκε στην ελληνιστική εποχή και έφθασε ως γνώση σε ανθρώπους όπως ο Παύλος)αναφέρεται ότι η ηδονή δεν είναι αγαθό άρα είναι ανθρώπινη δραστηριότητα με συγκεκριμένο τρόπο και σκοπό. Η στείρα ηδονή της ομοφυλοφιλίας αντιστρατεύεται το αγαθό άρα και το κυνήγι του αγαθού άρα είναι απορριπτέα.

Η λέξη μαλακός (=αυτός που υποχωρεί σε όλα εύκολα, ο τελείως αδύναμος (πρβλ. «εθεράπευσε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν») αντιστρατεύεται τη δύναμη που χρειάζεται ο άνθρωπος προκειμένου να προχωρήσει προς τη νίκη των κατωτέρων παθών και την υιοθέτηση ενός δυναμικού πνευματικού τρόπου ζωής που θα τον οδηγήσει προς τον τέλειο πνευματικό κόσμο.

Ο μύθος του Ηρακλή με το λιοντάρι ακριβώς συμβολίζει τη δύναμη που χρειάζεται ο άνθρωπος προκειμένου να νικά τον κόσμο των κάτω για χάριν του κόσμου των αρετών.
Η υποταγή σε πάθη απλής ηδονής που δεν έχουν κανένα σκοπό είναι αποτέλεσμα μιάς μαλακής φύσης η οποία απλά ξοδεύει τον πολύτιμο ανθρώπινο χρόνο χωρίς να επιφέρει κανένα αξιακό ή άλλο αποτέλεσμα στον άνθρωπο και στην κοινωνία και γι αυτό είναι απορριπτέα από τον Παύλο.

Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας προβαίνει σε μία πλατωνική ταξινόμηση των πραγμάτων. Επειδή τα πάθη όπως η ομοφυλοφιλία προάγουν την ιδέα της στείρας ηδονής που δεν οδηγεί πουθενά άρα απομακρύνει τον άνθρωπο από την επιδίωξη του αγαθού γι αυτό και είναι απορριπτέα.

Στο λόγο του «λόγος στηλιτευτικός κατά ευνούχων» είναι απόλυτα συγκεκριμένος: Μας αναφέρει: «οι άνδρες που θέλουν να είναι με άνδρες διαφθείρουν τη θεόπλαστη και ανδροπρεπή μορφή ,μεταβάλλουν τη φύση τους όχι για κάτι το χρήσιμο αλλά μόνο για την ασέλγεια..ως φθορείς της φύσεως και εχθροί του ανθρωπίνου γένους».
Στο νού των ιερών πατέρων είναι ξεκάθαρη η οντολογική σειρά του θεού άρα και η αξιολογική αντίστοιχη. Ο θεός μέσα από το τελεολογικό επιχείρημα επιθυμεί ο άνθρωπος να επιστρέψει στον κόσμο του αγνού πνεύματος. Ειδικά μετά τους προσωκρατικούς γνωρίζουμε ότι οι αρχές της αιτίας και του αποτελέσματος κυβερνούν τον κόσμο.
Ο άνθρωπος ζεί για χάρη και σκοπό κάποιων πραγμάτων και αξιών που τον ανεβάζουν ψηλά. Τα άλογα πάθη δεν υπακούουν σε καμμία αιτία και σκοπό ,ή μάλλον έχουν την αιτία της στείρας απόλαυσης χωρίς όμως σκοπό άρα απορρίπτονται. Διότι υιοθετούνται οι αξίες εκείνες και οι ενέργειες οι οποίες ωθούν τον άνθρωπο προς την πνευματική μάθηση και ωρίμανση.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αναφερόμενος στην ομοφυλοφιλία τη συσχετίζει με την αδικία (ας αναφέρουμε και μόνο ότι η πλατωνική δικαιοσύνη η οποία υποκρύπτεται στα γραπτά του Νύσσης συζητεί ότι η πλήρης ισορροπία του λογιστικού του θυμοειδούς και του επιθυμητικού είναι η δικαιοσύνη και αυτή που προάγει τον άνθρωπο προς τον κόσμο του πνεύματος).

Συγκεκριμένα στο λόγο του «Επιστολή κανονική προς τον εν αγίοις Λητόιον Επίσκοπον Μελιτηνής» μας αναφέρει: «Μία είναι η νόμιμη συζυγία αυτή του άνδρα προς τη γυναίκα και της γυναίκας προς τον άνδρα. Κάθε τι άλλο είναι παράνομο…πορνεία».
Οι λέξεις του ιερού Πατρός δεν είναι τυχαίες. Στον χριστιανισμό έχουμε την ταύτιση της φύσης με το νόμο του θεού άρα ο νόμος του θεού ταυτίζεται με την ανθρώπινη φύση. Ως εκ τούτου η ομοφυλοφιλία αντιστρατεύεται το νόμο του θεού που έχει καταστεί ανθρώπινη φύση.

Ο Ιουστινιανός στη διάταξη institutiones IV (Corpus Juris Civilis) προέβλεπε το διά ξίφους θάνατο για τους μοιχούς και τους ομοφυλοφίλους. Το όλο θέμα αποκτά ιδιαιτέρα σημασία διότι καταδεικνύει την πίστη του αυτοκράτορα στο ότι μόνον ένα κράτος ηθικά ακμαίο μπορεί να επιβιώσει στο χρόνο.

Σε κάθε άλλη περίπτωση εξαφανίζεται κάτω από την ηθική σήψη και παρακμή.Σε κάθε περίπτωση ο Ιουστιανιανός ανανέωσε τον ήδη υπάρχοντα από το 17 π.Χ. ρωμαϊκό νόμο που προέβλεπε τα ίδια για τους ομοφυλοφίλους. Σε εποχές όπου η φωνή του Πλάτωνος ακουγόταν ακόμη ηχηρή(η ισορροπία ανάμεσα στο νοητικό και επιθυμητικό μέρος της ψυχής με βάση την ιδέα του αγαθού, φωνή που ακουγόταν ακόμα πιο ηχηρή κάτω από τις νεοπλατωνικές επιδράσεις).

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι σαφέστατος στις θέσεις του για τους ομοφυλοφίλους: (εις την προς Ρωμαίους ,4, 2, PG, 60, 419 “ Ἅ γάρ αἱ πορνευόμεναι πάσχουσι γυναῖκες, ταῦτα καί οὗτοι· μᾶλλον δέ ἐκείνων ἀθλιώτερα. Ταῖς μέν γάρ εἰ καί παράνομος, ἀλλά κατά φύσιν ἡ μεῖξις· αὕτη δέ καί παράνομος καί παρά φύσιν […] τό γάρ ὑπό τῶν οἰκείων ὑβρίζεσθαι ἐλεεινότερον τοῦ παρά τῶν ἀλλοτρίων. Τούτους ἐγώ καί ἀνδροφόνων χείρους εἶναί φημι· καί γάρ βέλτιον ἀποθανεῖν ἤ ζῇν ὑβριζόμενον οὕτως.

Ὁ μέν γάρ ἀνδροφόνος τήν ψυχήν ἀπό τοῦ σώματος διέῤῥηξεν, οὗτος δέ τήν ψυχήν μετά τοῦ σώματος ἀπώλεσε. Καί ὅπερ ἄν εἴποις ἁμάρτημα, οὐδέν ἴσον ἐρεῖς τῆς παρανομίας ταύτης· καἰ εἰ ἐπῃσθάνοντο τῶν γινομένων οἱ πάσχοντες, μυρίους ἄν κατεδέξαντο θανάτους, ὥστε μή τοῦτο παθεῖν».

Oνομάσθηκε κλήρος διότι εκληρώθη να μεταφέρει από γενεά σε γενεά το μήνυμα του θεανθρώπου, ο οποίος σταυρώθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ούτως ή άλλως η προσπάθεια είναι δυνητική: «Όστις θέλη».

Ομοφυλοφιλία: η ορθόδοξη θέση – Ο ομοφυλόφιλος άνθρωπος είναι αποδεκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία;


 

 

Κείμενο 1ο:

 

 
Ομοφυλοφιλία: η ορθόδοξη θέση

Από Χ.Φ.Δ.

Λαμβάνοντας υπόψη την παραδοσιακή Ορθόδοξη ερμηνεία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, όπως αυτή εκφράζεται στη λειτουργική λατρεία της Εκκλησίας, τις μυστηριακές ακολουθίες, τους Ιερούς Κανόνες και τη ζωή και διδασκαλία των Αγίων, είναι σαφές ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ενστερνίζεται τις απόψεις εκείνων των Χριστιανών, ομοφυλόφιλων ή ετεροφυλόφιλων, οι οποίοι βλέπουν τον ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό ως διαταραχή και ασθένεια, και οι οποίοι επομένως θεωρούν τις ομοφυλοφιλικές πράξεις αμαρτωλές και καταστροφικές.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ανά τους αιώνες, αγιογραφικές περικοπές όπως οι επόμενες δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε άλλη εκτός από την προφανή ερμηνεία:


Εάν ένας άνδρας κοιμηθεί με έναν άντρα όπως με μια γυναίκα, και οι δύο έχουν διαπράξει βδέλυγμα … (Λευιτικό κ΄ 13)

Γι’ αυτό το λόγο (δηλ. για την άρνησή τους να αναγνωρίσουν, να ευχαριστήσουν και να δοξάσουν το Θεό) ο Θεός τους παρέδωσε σε επαίσχυντα πάθη.

Οι γυναίκες τους αντάλλαξαν τις φυσικές σχέσεις με τις παρα φύση, και παρομοίως οι άνδρες άφησαν τις φυσικές σχέσεις με τις γυναίκες και κάηκαν με φλόγα ακράτητης επιθυμίας μεταξύ τους, διαπράττοντας άνδρας με άνδρα επαίσχυντες πράξεις και λαμβάνοντας έτσι από τον ίδιο τους τον εαυτό το μισθό που τους άξιζε για την πλάνη τους (Ρωμ. α΄ 26-27).

Μην πλανάσθε! Ούτε οι πόρνοι, ούτε οι ειδωλολάτρες, ούτε οι μοιχοί, ούτοι εκθηλυμένοι, ούτε οι αρσενοκοίτες (δηλ. σοδομίτες, αυτοί που κοιμούνται με άντρες), ούτε οι πλεονέκτες, ούτε οι κλέφτες, ούτε οι μέθυσοι, ούτε οι υβριστές, ούτε οι άρπαγες δεν πρόκειται να κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού.

Και τέτοιοι ήσασταν κάποιοι από σας. Αλλά πλυθήκατε, αλλά αγιασθήκατε, αλλά δικαιωθήκατε με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. στ΄ 9-11).

Αθέλητες Αμαρτίες

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι όλες οι αμαρτίες σκόπιμες και ηθελημένες, και δεν είναι όλες οι αμαρτωλές πράξεις συνειδητές σε εκείνους που τις διαπράττουν.

Τουλάχιστον όχι εξαρχής. Με μια λέξη, η αμαρτία δεν είναι πάντα κάτι για το οποίο ο ίδιος ο αμαρτωλός είναι απαραίτητα πλήρως και συνειδητά ένοχος.
 Υπάρχουν αμαρτίες που προκαλούνται από άγνοια ή από το πάθος στο οποίο υπόκειται κάποιος, αμαρτίες που «ενεργούν στα μέλη μας,» όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, ακόμη και ενάντια στη λογική και συνειδητή μας θέληση (δείτε Ρωμ. κεφ. 6-8).
Τέτοιες είναι οι αμαρτίες οι οποίες αναφέρονται στις προσευχές της Εκκλησίας μας και στις οποίες οι πιστοί ικετεύουν το Θεό για συγχώρηση και άφεση των αμαρτιών, όχι μόνο των εν γνώσει, αλλά και των εν αγνοία, όχι μόνο των εκουσίων, αλλά και των ακούσιων.

Υπάρχουν αμαρτίες που είναι ακούσιες, αθέλητες, ανεπίλεκτες.

Αμαρτίες που υπερνικούν τους ανθρώπους και τους αναγκάζουν μέσα από παράλογες ορμές και εξαρτήσεις, μέσα από την αδυναμία της σάρκας, τις συναισθηματικές παρορμήσεις και τις άκριτες επιθυμίες σε ενέργειες που οι ίδιοι δε θέλουν, και τις οποίες συχνά περιφρονούν και αποστρέφονται – ακόμα και όταν επιδίδονται σε αυτές.

Αυτές είναι γνωστές από την παράδοση ως αμαρτωλά πάθη.

Το γεγονός ότι αυτές οι αμαρτίες δεν επιλέγονται ελεύθερα δεν τις καθιστά ούτε στο ελάχιστο λιγότερο αμαρτωλές.

Αμαρτάνω σημαίνει χάνω το στόχο, βγαίνω από τη διαδρομή, παρεκκλίνω, βεβηλώνω, παραβιάζω… Είτε η πράξη είναι συνειδητά ηθελημένη και σκόπιμα ενεργούμενη είτε όχι. Είτε ο παραβάτης προσωπικά πέφτει ελεύθερα και πλήρως στην αμαρτία, είτε όχι.

Εξαγορασμένοι αμαρτωλοί

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, οι Χριστιανοί είναι εξαγορασμένοι αμαρτωλοί.

Είναι άνθρωποι που έχουν σωθεί από την ασθένεια και την αμαρτία, σωσμένοι από το διάβολο και το θάνατο με τη χάρη του Θεού μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος: «και τέτοιοι ήσασταν κάποιοι από σας» (Α΄ Κορ. στ΄ 10).

Βαπτίζονται εν Χριστώ και χρίζονται με το Άγιο Πνεύμα, προκειμένου να ζήσουν τη ζωή του Θεού μέσα στην Εκκλησία.
Ομολογούν την πίστη τους μέσω της κανονικής συμμετοχής στη λειτουργική λατρεία και την ευχαριστιακή κοινωνία, που συνοδεύονται με συνεχή ομολογία, μετάνοια και τον ακλόνητο αγώνα ενάντια σε κάθε μορφή αμαρτίας, εκούσια ή ακούσια, η οποία προσπαθεί να καταστρέψει τις ζωές τους στον κόσμο αυτό και στον αιώνα το μέλλοντα.

Ο ομοφυλόφιλος Χριστιανός καλείται σε μια ιδιαίτερα σκληρή μάχη. Ο αγώνας του είναι ιδιαίτερα άγριος.

Δε γίνεται καθόλου ευκολότερη με την απρόσεκτη, αληθινά δαιμονική εχθρότητα εκείνων που περιφρονούν και γελοιοποιούν όσους φέρουν αυτό τον επίπονο και επαχθή σταυρό ούτε από την αστόχαστη, εξίσου δαιμονική αποδοχή της ομοφυλοφιλικής δραστηριότητας από τους πλανημένους συνηγόρους και εφαρμοστές της.

Όπως συμβαίνει με όλους τους πειρασμούς, τα πάθη και τις αμαρτίες – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι βαθιά, και πολλές φορές φαινομενικά ανεξάλειπτα ενσωματωμένες στη φύση μας λόγω της θλιβερής κληρονομιάς μας – ο ομοφυλοφιλικός προσανατολισμός μπορεί να θεραπευτεί και οι ομοφυλοφιλικές πράξεις μπορούν να πάψουν.

Με το Θεό όλα τα πράγματα είναι δυνατά. Όταν οι ομοφυλόφιλοι Χριστιανοί είναι πρόθυμοι να αγωνιστούν, και όταν λαμβάνουν υπομονετική, συμπονετική και αυθεντικά αγαπητική βοήθεια από τις οικογένειες και τους φίλους τους – καθένας από τους οποίους αγωνίζεται με τους δικούς του πειρασμούς και τις αμαρτίες, γιατί κανένας δε μένει χωρίς αυτό τον αγώνα, υπό κάποια μορφή, και κανένας δεν είναι αναμάρτητος παρά μόνο ο Θεός – ο Κύριος εγγυάται τη νίκη με τους τρόπους που Αυτός γνωρίζει.
Η νίκη, ωστόσο, ανήκει μόνο στις θαρραλέες ψυχές που αναγνωρίζουν την κατάστασή τους, συνειδητοποιούν τη δυσαρέσκειά τους, εκφράζουν το θυμό τους, ομολογούν τις αμαρτίες τους, συγχωρούν όσους τους προσβάλλουν (περιλαμβανομένων πάντοτε των γονέων και της οικογένειάς τους), και απλώνουν το χέρι τους για βοήθεια με αληθινή διάθεση να θεραπευτούν.
Ο ίδιος ο Ιησούς υπόσχεται ότι οι άγιοι ήρωες που «υπομένουν μέχρι τέλους» κατά μήκος αυτού του «δύσκολου δρόμου που οδηγεί στη ζωή» σίγουρα «θα σωθούν» (Ματθ. ζ΄ 13, κδ΄ 13).

«…ο Κύριος εγγυάται τη νίκη με τους τρόπους που Αυτός γνωρίζει»

Του π. Thomas Hopko

Στο διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε εκτεταμένες αγγλόγλωσσες πηγές για την ομοφυλοφιλία σε προτεσταντικούς ιστοχώρους. Περιέχουν καλό υλικό, αλλά απαιτείται προσοχή, όταν θίγονται δογματικά θέματα, πράγμα, ωστόσο, που είναι σπάνιο: http://www.pureintimacy.org και http://www.exodus.to . Επίσης, μπορείτε να επισκεφθείτε τον ιστοχώρο της Αμερικανικής Εθνικής Ένωσης για τη Μελέτη και τη Θεραπεία της Ομοφυλοφιλίας: http://www.narth.com

…………………………………………..
2ο κείμενο:

Ο ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

Ποια είναι η στάση της Εκκλησίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία και τον ομοφυλόφιλο;

Κατ’ αρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι:

Ο ομοφυλόφιλος άνθρωπος είναι απόλυτα αποδεκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και κάθε άλλος άνθρωπος.

Δεν υπάρχει άνθρωπος, που κάποια ιδιότητά του ή προτίμηση ή πράξη του να κάνει την Εκκλησία να τον απορρίψει· υπάρχουν μόνο άνθρωποι που οι ίδιοι έχουν απορρίψει την Εκκλησία και πορεύονται προς το Θεό απ’ το δρόμο που νομίζουν αυτοί, ο οποίος όμως συνήθως είναι λάθος δρόμος.

Αν ένας δολοφόνος είναι αποδεκτός από την Εκκλησία, γιατί δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος;

Αν εγώ, με τη χλιαρή και συχνά υποκριτική πίστη και αγάπη, είμαι αποδεκτός από την Εκκλησία, γιατί δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος;

Εκείνος μάλιστα μπορεί να έχει πολύ πιο θερμή πίστη και αγάπη από τη δική μου.

Καμιά ρατσιστική διάθεση δεν υπάρχει στην Εκκλησία απέναντι σε κανένα άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων.

Ρατσιστές γίνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν καταλάβει καθόλου τι είναι ο ορθόδοξος χριστιανισμός ή που δε μπορούν να κάνουν έστω ένα βήμα για ν’ απομακρυνθούν από τις φοβίες και τα πάθη τους.

Κι αυτούς ακόμη τους ανθρώπους [τους ρατσιστές], η Εκκλησία τους αποδέχεται, γιατί η Εκκλησία υπάρχει για να θεραπεύει τον κόσμο από τα πάθη και τις φοβίες (με τη βοήθεια του Ιατρού Ιησού Χριστού φυσικά), όχι για να κρίνει τους ανθρώπους.

Από την άλλη, η ομοφυλοφιλία δε μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία ως σωστός δρόμος που οδηγεί τον άνθρωπο στο Θεό.

Ακριβώς από αγάπη προς τον ομοφυλόφιλο και ανησυχία για τη σωτηρία του στην αιωνιότητα, η Εκκλησία δε μπορεί να αποκρύψει ότι ο γάμος άντρα και γυναίκας είναι ένας δρόμος που οδηγεί στο Θεό, ενώ η ομοφυλοφιλία δεν είναι τέτοιος δρόμος.

Στη ζωή μας τις πιο πολλές φορές διαπράττουμε αμαρτίες, υπακούοντας στα πάθη μας κι όχι στο Θεό – η Εκκλησία όμως, ακριβώς επειδή νοιάζεται για μας, δεν πρέπει να μας ξεγελάσει λέγοντάς μας ότι είναι εντάξει να κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύουν τα πάθη μας (για τους μη ορθόδοξους χριστιανούς που ίσως διαβάσουν αυτό το κείμενο, εξηγούμε απλά ότι «πάθη» ονομάζονται οι σωματικές και ψυχικές εξαρτήσεις που παρεμποδίζουν τον άνθρωπο από την ενότητά του με το Θεό, στρέφοντάς τον προς άλλες κατευθύνσεις· ολόκληρη η ηθική και ασκητική προσπάθεια του χριστιανού αποσκοπεί στην κάθαρση της καρδιάς του από τα πάθη).

Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Απλά, δεν οδηγούν όλοι οι δρόμοι στο Θεό. Αυτό δεν είπε κι ο απόστολος Παύλος (Α΄ Κορινθ. 6, 12);

Αν μιλάμε με έναν άθεο, δεν έχει νόημα ν’ αναφερθούμε σε Θεό, αμαρτία και σωτηρία.

Εκείνος τοποθετεί υποκειμενικά, όπου ο ίδιος θέλει, το όριο ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό» και το κρίνει με τα δικά του κριτήρια.

Αν όμως συζητάμε με χριστιανούς, και μάλιστα της αρχαίας παράδοσης, της Ορθοδοξίας, πρέπει με αγάπη να μοιραστούμε μαζί τους τα παρακάτω:

Ο Χριστός, στα καταγεγραμμένα λόγια Του, δεν καταδικάζει ρητά την ομοφυλοφιλία, όμως ούτε για την πολυγαμία ή την αιμομιξία κάνει κάτι τέτοιο.

Κι όμως οι χριστιανοί, από την αρχή και μέχρι σήμερα, θεωρούμε αυτονόητο πως αυτές οι δύο πρακτικές δεν υπάρχουν στο χριστιανισμό (εκτός ίσως από ακραίες παρανοήσεις του, τέτοιες που έχουν ξεφυτρώσει σα μανιτάρια μετά την προτεσταντική Μεταρρύθμιση).
Είναι σαφές στα λόγια του Χριστού ότι, όποτε μιλάει για γάμο, αναφέρεται σε ζεύγος άντρα και γυναίκας (π.χ. Ματθ. 19, 3-12).

Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού ο Θεός δημιούργησε ως πρωταρχικό ζεύγος έναν άντρα και μια γυναίκα (Ματθ. 19, 4-5)· σ’ αυτούς έδωσε την ευλογία του γάμου και δεν υπάρχει άλλος γάμος.

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί όμως βασιζόμαστε όχι μόνο σ’ αυτά που είπε ο Χριστός, αλλά και σ’ αυτά που είπε το Άγιο Πνεύμα μέσω των μαθητών του Χριστού και των αγίων Πατέρων και διδασκάλων του χριστιανικού αγώνα σε όλες τις εποχές.

Ο απόστολος Παύλος ήταν ένας απ’ αυτούς, τα λόγια του είναι για μας ιερές γραφές, και ο άγιος αυτός άνδρας γράφει πως η ομοφυλοφιλία είναι συνέπεια της διαστροφής που υπέστη το ανθρώπινο γένος με το προπατορικό αμάρτημα· προέρχεται από την απομάκρυνση της θείας χάρης απ’ την καρδιά του ανθρώπου, αφού οι άνθρωποι την έχει διώξει ξεμακραίνοντας από το Θεό (Ρωμ. 1, 27, και γενικώς 1, 18-32).

Βεβαίως, και για τους ανθρώπους που ακόμα ταλαντεύονται στην πίστη τους, το γεγονός ότι «είπε κάτι ο Θεός» ως προς το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, ίσως θα μπορούσαν να το αναγνωρίζουν και μέσα από το έργο της φύσης.

Συχνά μιλάμε για τη σοφία της φύσης.

Το ακούμε ακόμη και από άθεους ή αγνωστικιστές αυτό.

Στα πλαίσια μιας τέτοιας σκέψης θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την καταλυτική μαρτυρία της ανατομίας.

Ως βιολογικά όντα οφείλουμε τίμια να αναγνωρίσουμε την μορφολογία των γεννητικών μας οργάνων.

Η θέση και η μορφή των ανδρικών γεννητικών οργάνων, και η αντίστοιχη θέση και μορφή των γεννητικών οργάνων της γυναίκας, μπορούν να μας βεβαιώσουν ως προς την επιλογή της ετεροφυλοφιλίας.

Οι εξαιρέσεις ομοφυλοφιλικών επαφών στη φύση, που κάποιοι επικαλούνται, εκτός του ότι είναι ελάχιστες και απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ταυτόχρονα δεν αλλάζουν τίποτα σχετικά με τη μαρτυρία της ανατομίας.

Και πάλι, ως βιολογικά όντα μπορούμε να διακρίνουμε έναν βασικό σκοπό στην ύπαρξη των γεννητικών οργάνων που είναι η δημιουργία νέων ανθρώπων.

Ακόμα και αν λόγω ασθενείας η γέννηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, εντούτοις, αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη βιολογική μαρτυρία.

Και εύκολα ίσως θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε τον ισχυρισμό ότι τα γεννητικά όργανα φτιάχτηκαν αποκλειστικά για την ηδονή, διακρίνοντας πως η φύση ως λειτουργικό σώμα έχει σκοπούς υπέρτερους του μεμονωμένου συμφέροντος του κάθε όντος.

Κάθε τι που έχει σχέση με την ηδονή των γεννητικών οργάνων εξηγείται λογικά ως ένα μέσο με το οποίο θα επιθυμώ να συνευρεθώ με το άλλο φύλο ώστε να δημιουργήσω νέους ανθρώπους.

Αν η συνεύρεση ήταν κάτι αποκρουστικό, φριχτό και επίπονο, οι άνθρωποι θα το απέφευγαν.

Η αναμενόμενη ερώτηση από εκεί και πέρα, θα αφορά το ζήτημα του «δικαιώματος» στην συνεύρεση με όποιον άνθρωπο επιθυμούμε.

Ακόμα όμως και το ζήτημα του δικαιώματος, δεν αντιστρέφει την λογική που προαναφέραμε.

Για παράδειγμα, αν κάποιος το θέλει και έτσι ευχαριστιέται, μπορεί να περπατά στον δρόμο με τα χέρια και όχι με τα πόδια.

Τότε όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η ανατομική μαρτυρία υποδεικνύει ότι πρόκειται για παρέκκλιση, με την οποία δεν είμαστε αναγκασμένοι να συμφωνήσουμε.

Η μαρτυρία της ζωής μας υποδεικνύει ότι περπατάμε με τα πόδια και όχι με τα χέρια.

Αντίστοιχα ισχύουν και για την επιλογή της ομοφυλοφιλίας.

Αν πάλι τίθεται ζήτημα λειτουργικότητας, με την έννοια ότι ο ομοφυλόφιλος βλέπει ότι τα γεννητικά του όργανά του δεν είναι λειτουργικά με τον τρόπο που μαρτυρά ο κανόνας στη φύση, τότε θα μπορούσαμε με τιμιότητα να αποδεχτούμε ότι υπάρχει ζήτημα οργανικής διαταραχής όπου το σώμα ασθενεί σε κάτι.

Ίσως να πρόκειται για εκ γενετής διαταραχή, όμως, όπως στην περίπτωση που κάποιος ζει χωρίς χέρια ή πόδια, οφείλουμε να αποδεχτούμε την καταλυτική μαρτυρία της ανατομίας γύρω μας.

Ασφαλώς, η εξέταση του έργου της φύσης, για τον πιστό άνθρωπο παραμένει πάντα επικουρική για την πίστη του.

Μια ολόκληρη κοινωνία, όπου η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν έχει μπει σε θεραπευτικό δρόμο προς το Θεό, μπορεί να καλλιεργήσει την ομοφυλοφιλία στα νέα μέλη της που δεν ευθύνονται, φυσικά, γι’ αυτό, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι όλα εντάξει.

Ιστορικά, έχουν υπάρξει και υπάρχουν ακόμη πάρα πολλές κοινωνίες που το θρησκευτικό και αξιακό τους σύστημα απομακρύνει τους ανθρώπους από το Θεό και τη σωτηρία, όπως τα δίδαξε ο Χριστός και τα γνώρισαν οι άγιοι όλων των εποχών στην ενότητά τους με το Θεό εν Χριστώ.

Για την ακρίβεια, κάθε κοινωνία έχει ανάγκη να κεντριστεί στην ήμερη ελιά, τον Ιησού Χριστό, για να θεραπευτεί το θρησκευτικό και αξιακό της σύστημα από τα στοιχεία που της φόρτωσε η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου.

Το ίδιο και κάθε άνθρωπος, ακόμη και ο ορθόδοξος χριστιανός.

Αλλιώς στην καρδιά των ανθρώπων κυριαρχούν τα πάθη και αποδιώχνεται η θεία χάρη.

Σε σχέση με την ομοφυλοφιλία, ίσως είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι αυτή ήταν η αμαρτία των Σοδόμων.

Επειδή η ομοφυλοφιλία, κατά την ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά, όπως εκφράζεται στην Καινή Διαθήκη (Παύλος) και στη διδασκαλία των αγίων, συνιστά πάθος, ο άνθρωπος που άρχισε τη ζωή του ως ομοφυλόφιλος ή στράφηκε στην ομοφυλοφιλία κάποια στιγμή, όταν προοδεύει στην αγιότητα καθαρίζοντας την καρδιά του από τα πάθη, παύει να είναι ομοφυλόφιλος.

Δεν έχουμε ομοφυλόφιλους αγίους. Αν υπήρχαν άγιοι ομοφυλόφιλοι που αγίασαν μέσω της ομοφυλοφιλίας (όπως οι έγγαμοι άγιοι αγιάζονται μέσω του γάμου), οι άγιοι Πατέρες δε θα το έκρυβαν, ούτε θα θεωρούσαν –μαζί με τον απόστολο Παύλο– την ομοφυλοφιλία πάθος που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, γιατί η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται να συντηρήσει τον κοινωνικό ηθικισμό, αλλά αντίθετα γκρεμίζει τα ηθικά στερεότυπα (ταμπού) για να θεραπεύσει τον άνθρωπο.

Ασφαλώς έχουμε αγίους που υπήρξαν κάποτε ομοφυλόφιλοι (όπως και αγίους που υπήρξαν πόρνοι, έκφυλοι ή δέσμιοι διαφόρων άλλων παθών, μη σαρκικών), αλλά ανέλαβαν τιτάνιο αγώνα ενάντια στα πάθη τους και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τα νίκησαν, γι’ αυτό και είναι άγιοι.

Οι άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, ευνούχοι της αγίας Ευγενίας που την ακολούθησαν στο μοναχικό βίο και στο μαρτύριο, ο άγιος Αζάτ, ευνούχος του Πέρση βασιλιά Σαπώρ, που το μαρτύριό του προκάλεσε τόση θλίψη στο βασιλιά, ώστε σταμάτησε τους διωγμούς, ίσως είναι μερικά παραδείγματα.

Από το Γεροντικό ξέρουμε την περίπτωση ενός ασκητή που εξομολογήθηκε τον έρωτά του στον όσιο Αχιλλά· στη συνέχεια όμως έφυγε αμέσως, προφασιζόμενος ότι ντράπηκε ένα γέρο ασκητή, τυφλό και παράλυτο, που ζούσε εκεί.

Τότε ο άγιος, εγκρίνοντας τη φυγή του μακριά από το πάθος, τον επαίνεσε ως αγωνιστή, λέγοντας:

«Αυτό δεν είναι πορνεία, αλλά πόλεμος με τους δαίμονες».Από τη σύγχρονη εποχή, ξέρουμε την περίπτωση του αγίου Αμερικανού ιερομόναχου π. Σεραφείμ Ρόουζ, που πριν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία ήταν ομοφυλόφιλος, έπαψε όμως να ασκεί την ομοφυλοφιλία και την απέρριψε ως πάθος όταν έγινε ορθόδοξος χριστιανός.

Ξέρουμε επίσης την ανάλογη περίπτωση του μοναχού Κοσμά από το Ρέθυμνο της Κρήτης, που εγκατέλειψε την ομοφυλοφιλία και ασκήτεψε κοντά σ’ ένα εκκλησάκι νότια της πόλης, όπου και κοιμήθηκε γύρω στο 1990.

Ασφαλώς υπάρχουν πολλές ακόμη παρόμοιες περιπτώσεις.

Είναι άνθρωποι που «ευνούχισαν τον εαυτό τους για τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 19, 12).

Ένα αμαρτωλό πάθος δε συνδέεται οπωσδήποτε με την κακία ενάντια στο συνάνθρωπο.

Η λαγνεία και η πορνεία, είναι οπωσδήποτε αμαρτωλά πάθη, χωρίς να έχει σημασία αν ο άνθρωπος, που είναι αιχμάλωτός τους, είναι καλός ή κακός.

Η αυτοκτονία, συνέπεια του πάθους της απελπισίας, αποκόπτει τον άνθρωπο απ’ το Θεό, άσχετα αν ο αυτόχειρας είναι καλός ή κακός άνθρωπος.

Συχνά, επηρεασμένοι από μια βιαστική ανθρωπιστική ηθική, θεωρούμε αμαρτία μόνο κάτι που στρέφεται ενάντια στους ανθρώπους· όμως οι άγιοι Πατέρες δε διδάσκουν αυτό· αμαρτία είναι κάτι που με δεσμεύει και εμποδίζει τη θεία χάρη να με μεταμορφώσει σε αυτό που θέλει ο Θεός για μένα (σε άγιο).

Αμαρτωλός δεν είναι ο «κακός» άνθρωπος, αλλά ο παγιδευμένος και ανελεύθερος άνθρωπος.

Ο «κακός» ή ο άπληστος, ο εγωιστής κ.τ.λ. είναι απλά ένας τέτοιος παγιδευμένος και ανελεύθερος αδελφός μας.

Έτσι ο χριστιανός είναι καλεσμένος να αναλάβει αγώνα ενάντια στα πάθη του και, όπως η λαγνεία, η σκληρότητα, η απληστία, ο εγωισμός κ.λ.π., αλλά και ο αλκοολισμός, ο τζόγος κ.π.ά. (και ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η κτηνοβασία, η νεκροφιλία κ.λ.π. – για ν’ αναφερθούμε σε πάθη σχετικά με το σεξ).

Αν η ομοφυλοφιλία προέρχεται από βιολογικές αιτίες και δε γεννιέται από την κοινωνία είναι συζητήσιμο.

Ακόμη κι αν συμβαίνει αυτό όμως, δεν μετατρέπεται σε μια μη εμπαθή κατάσταση.

Κάποιος μπορεί να είναι βίαιος από βιολογική αιτία (π.χ. επειδή το σώμα του παράγει περισσότερη αδρεναλίνη), αλλά αυτό δε σημαίνει πως γι’ αυτόν «είναι εντάξει» η επιθετικότητά του και πως δεν πρέπει ν’ αγωνιστεί για να θεραπευτεί από το πάθος του.

Φυσικά, δεν αγωνίζεται μόνος του.

Έχει βοηθό στον ουρανό τις πρεσβείες των αγίων και στη γη τον πνευματικό του πατέρα και την εκκλησιαστική ζωή· μ’ αυτά θα προσελκύσει τη θεία χάρη και εκείνη είναι που θα τον θεραπεύσει (συγχωρέστε μου τη λέξη) από το πάθος του – αυτό ισχύει για όλα τα πάθη, για τον εγωισμό, την απληστία, τη λαγνεία, το θυμό, το μίσος κ.τ.λ. και για την ομοφυλοφιλία.

Ένας ομοφυλόφιλος μπορεί να σωθεί, παραμένοντας ομοφυλόφιλος;

Δε μπορούμε, ούτε και είναι δουλειά μας, να κρίνουμε ποιος θα σωθεί και ποιος όχι, πράγμα που είναι δουλειά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Επιθυμία κάθε χριστιανού είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και δεν κρίνει τους άλλους – απλώς επισημαίνει ότι μία επιλογή, ή μία άλλη, βλάπτει τη σωτηρία σύμφωνα με την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες, τους γνώστες όλων των δρόμων της σωτηρίας.

Όλοι ελπίζουμε στη σωτηρία μας, αν και η συντριπτική πλειοψηφία των χριστιανών είμαστε ακόμη δέσμιοι σε κάποια πάθη, όπως αυτά που κατονομάσαμε πριν (την απληστία, το θυμό, τη λαγνεία κ.τ.λ.).

Ελπίζουμε να σωθούμε όχι λόγω της «αρετής» μας, αλλά λόγω της αγάπης και του ελέους του Θεού, το οποίο αποζητάμε κάθε μέρα στις προσευχές μας, μετανοώντας και αγωνιζόμενοι με τη βοήθειά Του ενάντια στα πάθη μας.

Αν όμως, αντί γι’ αυτό, προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους (και τον εαυτό μας) ότι τα πάθη μας «είναι εντάξει» και δεν αποτελούν αμαρτωλά πάθη, τότε μάλλον είμαστε υποκριτές και η σωτηρία μας κινδυνεύει ακόμη περισσότερο.

Πώς μπορεί κάποιος να δώσει το δύσκολο αγώνα για την αποδέσμευσή του από τα πάθη του;

Αυτό δε μπορούμε να το διδάξουμε σε κανέναν εμείς.

Γνώστες και αρμόδιοι για κάτι τέτοιο είναι οι άγιοι Πατέρες όλων των εποχών (που η ζωή και η διδασκαλία τους είναι καταγεγραμμένες σε βιβλία εξαιρετικής σπουδαιότητας) και οι θεοφόροι Γέροντες της εποχής μας, άντρες και γυναίκες.

Σ’ αυτούς πρέπει να καταφύγει όποιος νοιάζεται ειλικρινά να βεβαιωθεί αν ο δρόμος που βαδίζει τον οδηγεί πράγματι στην πνευματική πρόοδο, δηλαδή στην ενότητα με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ.

Πρέπει βέβαια να προσέξει, γιατί συχνά πέφτουμε στην παγίδα να απορρίψουμε τις συμβουλές ενός θεοφόρου ορθόδοξου πνευματικού διδασκάλου, επειδή τραυματίζει τον εγωισμό και την πνευματική μας οκνηρία και μας προκαλεί συνειδησιακούς κραδασμούς.

Είναι εντελώς διαφορετικό να παραδεχτούμε ταπεινά πως είμαστε αδύναμοι ή απρόθυμοι να εφαρμόσουμε τις δύσκολες συμβουλές ενός Γέροντα από το να υψώσουμε εγωιστικά τον εαυτό μας πάνω από τη δική του πείρα, σοφία και αγιότητα και να ισχυριζόμαστε στη συνείδησή μας και στους άλλους πως εκείνος έχει άδικο ή βρίσκεται σε λάθος δρόμο, ή ακόμη πως οι άγιοι των αρχαίων χρόνων έχουν πια σκουριάσει και οι θεραπευτικές τους οδηγίες είναι «ξεπερασμένες» για την εποχή μας.

Η παγίδα αυτή είναι καλοστημένη μπροστά στον καθένα, πολλοί έχουμε πέσει μέσα περισσότερες από μια φορές κι αυτό προκαλεί πρόσθετα εμπόδια στην ηθική και πνευματική μας καλλιέργεια.

Διευκρινίζουμε ότι όλοι έχουμε ανάγκη από μετάνοια, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους· ο καθένας έχει να αντιμετωπίσει τα δικά του πάθη, όχι να τ’ αποδεχτεί, αλλά να τα πολεμήσει σκληρά.

Ένας ετεροφυλόφιλος ενδεχομένως έχει να αντιμετωπίσει πολλά πάθη που σχετίζονται με το σεξ – και ο γάμος δε μπορεί πάντα να τον θεραπεύσει, γιατί μπορεί να αισθάνεται την ανάγκη της μοιχείας, ή ακόμη και συνεύρεσης με πολλούς ερωτικούς συντρόφους ή της παιδεραστίας, της αιμομιξίας, της κτηνοβασίας και άλλα πολλά, που «αισχρόν εστί και λέγειν» (Εφεσίους 5, 12).

Όλα αυτά τα πάθη δεν είναι «εντάξει» και ο ετεροφυλόφιλος δεν είναι οπωσδήποτε πιο ενάρετος ή πιο κοντά στο Θεό από τον ομοφυλόφιλο.

Και οι δύο μπορούν να σωθούν λόγω της αγάπης του Χριστού, με τον αγώνα που θα δώσουν με τη βοήθεια της θείας χάριτος.

Κλείνοντας με αγάπη αυτό το άρθρο θα θέλαμε να μεταφέρουμε το διάλογο του αγίου Γέροντα Παΐσιου (1924-1994) με ένα νεαρό ομοφυλόφιλο, που αγωνιζόταν ενάντια στην ομοφυλοφιλία αλλά ένιωθε αδύναμος γι’ αυτό τον αγώνα (φυσικά ένας άθεος θα θεωρήσει πως ένας τέτοιος αγώνας ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό του εαυτού μας, αλλά τώρα δεν απευθυνόμαστε σε άθεους, αλλά σε ορθόδοξους χριστιανούς αδελφούς μας).

Ο νέος είπε στο Γέροντα ότι δε μπορούσε να σταματήσει να ζει ως ομοφυλόφιλος. Και ο Γέροντας, αφού του είπε να εξομολογηθεί, τον ρώτησε:

«Μπορείς να διαβάζεις ένα κεφάλαιο από την Αγ. Γραφή;».

«Μπορώ».

«Μπορείς να πηγαίνεις κάθε Κυριακή στήν Εκκλησία;».«

Μπορώ».

«Μπορείς να νηστεύεις Τετάρτη και Παρασκευή;».

«Μπορώ».

«Μπορείς ένα μικρό ποσό να το δίνεις ελεημοσύνη;».

«Μπορώ».

«Μπορείς…».

«Μπορώ…» (πολλά ακόμα).

Στο τέλος του λέει:

«Βλέπεις ότι μπορείς να κάνεις χίλια πράγματα και δε μπορείς ένα. Κάνε εσύ τα χίλια και άφησε στο Θεό το ένα!!!».

ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΦΑΓΙΑ


 

 

Στις «Βάκχες» οι Μαινάδες στορίζονται ν’ αρπάζουν παιδιά από τα χωριά και η πράξη παρασταίνεται και σ’ αγγειογραφίες. Ποιητική εικόνα ή υπαινιγμός σε ιερουργία; Τύπος της ανθρωποφαγικής θιασικής μετάληψης είναι και η βρεφοφαγία. Ένα χωρίο της «Σοφίας Σολομώντος» (12,3 κ.ε.) φαίνεται να τη μαρτυρά ανάμεσα στους Χαναναίους. Πιο κοντινό παράδειγμα μας παραδίνεται από την Ελλάδα. Ακόμη και στον 4ο προχριστιανικόν αιώνα, πάνου στο βουνό της Αρκαδίας Λύκαιον κρατούσε τελετουργική ανθρωποφαγία. Στη πανήγυρη του Λυκαίου Διός θυσιαζόνταν ένα παιδί· το κρέας ή τα σπλάχνα του ψήνουνταν μ’ άλλα κρέατα μαζί (γνώριμος μετριασμός της ιερουργικής ανθρωποφαγίας) και τα τρώγαν. Όποιος τύχαινε να φάει από το κρέας του παιδιού, «μεταμορφωνόντανε» σε λύκο και έφευγε στην ερημιά, για να ξαναγίνει άνθρωπος αν μέσα στα εννιά χρόνια που ακολουθούσε δε δοκίμαζε σα λύκος ανθρώπινο κρέας…

 

Οι ιερουργοί και τα θύματα είναι από ορισμένο γένος, του Λυκάονα, που το όνομά του σχετίζεται με το Λύκαιον και τους λύκους. Εδώ εικάζεται η μυητική τελετή ενός γένους ή θιάσου «Λύκων» ή «Λυκανθρώπων» (το τοτεμικό γένος μετασχηματίζεται σε θίασο όταν επιζεί), με βρεφοφαγική μετάληψη και με «Αναχώρηση» (αποτράβηγμα στην ερημιά) των μυούμενων «Λύκων». Η ιερουργία καθρεφτίζεται στο μύθο του γενάρχη Λυκάονα που θυσίασε βρέφος στο βωμό του Λυκαίου Διός και μεταμορφώθηκε από τον Δία σε λύκο. Η βρεφοφαγία τρέχει και στο βάθος λογής μαιναδικών μύθων.

Ο μύθος για την απαρχή των Αγριωνίων του βοιωτικού Ορχομενού ιστορεί πως οι τρεις θυγατέρες του Μινύα, μη θέλοντας να πάρουν μέρος στα διονυσιακά όργια των άλλων γυναικών, κρουστήκαν από το θεό με τη μανία του, λαχταρίσανε κρέας ανθρώπινο, σπάραξαν το βρέφος της μιας τους, τον Ίππασο, και το φάγαν. Στο μύθο των ομόλογων Αγρανίων του Άργους οι γυναίκες της χώρας κρουστήκαν και αυτές από το θεό, που, του αρνιόνταν τη λατρεία τους, και, παίρνοντας τα βουνά, σπάραζαν τα βρέφη τους και τα τρώγαν. (Σημαντικοί, για την επιμονή της παράδοσης, είναι έτσι και οι κοντινοί στον Νόννο μύθοι της Αύρας, αγαπημένης του Διονύσου, που σκοτώνει το παιδί της και το τρώει, και των θυγατέρων του ποταμού Λάμου που, αναθρέφοντας τον Διόνυσο, παραλίγο να κομματιάσουν το θείο βρέφος.)

Στο βάθος των μύθων αυτών βρίσκεται, σίγουρα, το έθιμο να σπαράζεται ένα ομοίωμα, μα το συνήθιο δεν θα κατακάθιζε στο τύπο της Βρεφοφαγίας, αν η Βρεφοφαγία δεν βρισκόνταν και στης μαιναδικής πράξης το βάθος· και κάτου από το σκληρό φως της Βρεφοφαγίας του Λυκαίου, οι βρεφοφαγικοί μύθοι παύουνε να’ ναι μύθοι μονάχα. Η παράδοση πως οι «πάνθηρες» των Αϊσαούα[1] σπαράζανε τα βρέφη τους, βεβαιώνεται από τα ξαναξεσπάσματα, ανάμεσά τους, της πράξης. Στον ίδιο κύκλο πέφτει η ιστορία του Ακταίωνα, του αγοριού από την Κόρινθο, που οι Βακχιάδες, πολεμώντας να το πάρουν, το σπαράζουν. Η ομωνυμία του θύματος με τον Θηβαίο Ακταίωνα που σπαράζεται σε συγγενική λατρεία της Άρτεμης και η πιθανή σχέση των Βακχιαδών με τον Διόνυσο, προδίνουν ιερουργία παιδοσπαραγμού παραπλασμένη σ’ ερωτική τραγωδία.

Ερυθρόμορφο αττικό αγγείο του 4ου αιώνα παρουσιάζει σκηνή διονυσιακής παιδοφαγίας. Ένας γενειοφόρος με θρακικό ντύσιμο κρατεί στο ζερβί του γυμνό παιδικό κορμί και με το δεξί του φέρνει στο στόμα του ένα μέλος του παιδιού ξεκορμισμένο. Από τη μια του μεριά στέκει ο Διόνυσος, που κάνει κίνηση αποστροφής και εμποδισμού, κι από την άλλη φεύγει άλλος άντρας, θρακικά ντυμένος κι αυτός, που γυρίζει το κεφάλι του και κοιτά τρομαγμένος. Η παρουσία του Διονύσου μαρτυρά μυστηριακή τελετή (ο θεός παραστέκεται στα δρώμενα των μυστών), όπου ο σπαραγμός και το φάγωμα ενός παιδιού ανακρατιούνται σαν παράσταση μόνο. Η αποδοκιμασία που δείχνει το κίνημα του θεού μηνά τους προχωρημένους καιρούς, όπου το «δρώμενον» δύσκολα υποφέρεται και σαν παράσταση ακόμη. Έχουμε, έτσι, από πολλές μεριές μαρτυρημένη την τροπή ή εναλλαγή της μαιναδικής ωμοφαγίας σε βρεφοφαγία. Εδώθε ίσως ξηγιέται και ένα Σχόλιο στον Κλήμεντα που βλέπει στα σπάραγμα και στην ωμοφαγία του ζώου μιαν αναπαράσταση «του σπαραγμού του Διονύσου από τις Μαινάδες»: ωμά είσθιον κρέα οι μυούμενοι Διονύσω, δείγμα τούτο τελούμενοι του σπαραγμού ον υπέστη Διόνυσος προς των μαινάδων.

Όπως σπαράζεται και τρώγεται στη ζωομορφική του παράσταση, έτσι σπαράζεται και τρώγεται ο θεός στη βρεφομορφική παράσταση του. Συμφυρμός των δύο πράξεων μαρτυριέται στην Τενεδική λατρεία ενός Διονύσου «Ανθρωποσπαραχτή» (Ανθρωπορραίστου). Εδώ περιποιούνταν μια γκαστρωμένη γελάδα και, άμα γεννούσε, την είχανε σα λεχώνα. Το «πλάσμα» θέλει να πει πως το μοσχάρι που γέννησε είναι ένα ανθρώπινο βρέφος. Το νιογέννητο, αληθινά, το ομοιώνουνε με τον Διόνυσο, φορώντας του τα γυναικεία ποδέματα του θεού, τους «κοθόρνους», ύστερα το θυσιάζουνε, και εκείνος που το χτύπησε με το τσεκούρι κυνηγιέται με πετροβόλι ίσαμε τη θάλασσα (γνώριμη πράξη αποτροπής και καθαρμού για το φόνο). Ο σπαραγμός περνά στον τύπο της θυσίας και η θυσία μπαίνει σ’ ένα σύστημα αποτρεπτικών ιερουργιών που το κλασσικό τους παράδειγμα το δίνουν τα «Βουφόνια» της Αθήνας. Καθώς, έτσι, το διπλό τσεκούρι της θυσίας εικονίζεται στα τενεδικά νομίσματα και γυρίζει σε παροιμία, Τενέδιος πέλεκυς, ίσως νάναι ο στόχος και εδώ, καθώς στα «Βουφόνια», μιας δίκης.

Η ομοίωση του μοσχαριού με τον βρεφικό Διόνυσο είναι φανερή και η θυσία του αντιστοιχεί σε μια βρεφοθυσία. Η πράξη δεν φαίνεται, κι αλλιώς, αγνώριμη στην Τένεδο, γιατί παραδίνεται πως στην τενεδική λατρεία του Μελικέρτη – Παλαίμονα θυσιάζανε βρέφη. Αξιοσημείωτο, τέλος, πως η βρεφοφαγία περνά στην πράξη ή τη διαβόηση χριστιανικών αιρέσεων· πως ξαναπροβαίνει στη θιασική Σατανολατρεία της παλιάς Ευρώπης· και πως οι αιρέσεις άλλων θρησκειών την ξαναζωντανεύουν και στις μέρες μας ακόμη.

Ισχυρή βεβαίωση της Μαιναδικής Βρεφοφαγίας φέρνει η ένδειξη μιας γενικότερης διονυσιακής Ανθρωποφαγίας. Κρατώντας μπηγμένο στο θύρσο της το κομμένο κεφάλι του γιου της Πενθέα, στις «Βάκχες» του Ευρυπίδη, η Αγαύη καλεί τις μαινάδες του Χορού να πάρουνε μαζί της μέρος στο φάγωμα του. Μια ανεξάρτητη, πάλι, εκδοχή ξέρει πως ο Πενθέας μεταμορφώθηκε σε ταύρο από τον Διόνυσο και σπαράχτηκε από τις Μαινάδες μεταμορφωμένες σε πανθέρες. Σ’ ερυθρόμορφη κύλικα, που από μέσα εικονίζεται η Περσεφόνη με τον ταυρόμορφο Ζαγρέα στα γόνατα (ή η Πασιφάη με τον Μινώταυρο) έχουμε εικονισμούς μαιναδικής ανθρωποφαγίας. Στη μια, εκστασιασμένη μαινάδα ανάμεσα σε δύο Σατύρους κρατεί με το δεξί το θύρσο της και με το ζερβί της σηκώνει και σα να φέρνει στο στόμα της ένα κομμένο ανθρώπινο ποδάρι· στην άλλη, μια μαινάδα, και εδώ σηκώνει με το ζερβί και σα να φέρνει στο στόμα της ένα ανθρώπινο χέρι. (Και στις δυο παραστάσεις οι Σάτυροι κάνουν κίνημα αποστροφής και εμποδισμού με το χέρι).

Είδαμε στην Τένεδο τη λατρεία ενός Διονύσου Ανθρωπορραίστου: Το επίθετο μαρτυρά το σπαραγμό, στη λατρεία του, ανθρώπων. Στη Χίο, πάλι, μαρτυριέται η λατρεία ενός «Ωμοφάγου» (Ωμαδίου) Διονύσου που στη χάρη του σπάραζαν, κατά τον τενεδικό τρόπο, ανθρώπους: έθυον δε και εν Χίω τω Ωμαδίω Διονύσω άνθρωπον διασπώντες και εν Τενέδω. «Έτσι μπορούνε να καταλάβουμε γιατί οι Έλληνες, όταν ανακάλυψαν στις εκβολές του Λείγηρος ένα κελτικό θεό λατρευόμενο από άγριες γυναίκες που σπάραζαν από μια τους κάθε χρόνο στη χάρη του, τον ταυτίσαν μονομιάς με το Διόνυσό τους». Οι διονυσιακές αυτές ιερουργίες θ’ ανεβαίνουν σε στάδια του αιγαιακού κόσμου που δεν παράλλαζαν από τα στάδια της ανθρωποφαγικής μετάληψης των Ινδιάνων ή, κοντινότερα, των Κελτών, όπου η ανθρωποθυσία είταν για τους Δρυίδες ευλάβεια και το φάγωμα από το κρέας του θύματος εξαιρετική ευλογία.

Σ’ ένα πολύ υστερότερο διονυσιακό έπος (τα Βασσαρικά του Διονύσου), ο Διόνυσος υποχρεώνει τους εχθρούς του να φάνε ένα λείψανο περιντυμένο με λαφίσιο δέρμα. Αναξιόπιστη σε πολλά η ύστερο – ελληνική φιλολογία, προσέχεται σε ιερουργικές πτυχές που το ήθος αρχαιότερων αιώνων προτιμά να τις σωπαίνει. Λείψανα της ανθρωποσπαραχτικής ωμοφαγίας πρέπει να βλέπουμε στις ανθρωποθυσίες στη λατρεία του Διονύσου. Ένας θρύλος αρχαίων ανθρωποθυσιών στη λατρεία Διονύσου του Καλυδωνίου, που μεταφέρεται στις Πάτρες, παραδίνεται από τον Παυσανία. Από τον ίδιον μαθαίνουμε πως δελφικός χρησμός καθιερώνει τη θυσία, κάθε χρόνο, ενός όμορφου αγοριού στη λατρεία ενός Διονύσου Αιγοβόλου στις Ποτνιές της Βοιωτίας.

Στη Λέσβο λατρεύεται ένας «Ωμοφάγος» (Ωμηστής) Διόνυσος κι ακούμε πως σφάζαν εδώ, σε θυσίες του Διονύσου, ανθρώπους. Ο θρύλος ενός μυτιληναίου ιερέα του Διονύσου, που σφάζει κρυφά ένα ξένο του και τιμωριέται με φόνους των δικών του (ο γιος του, κάνοντας τον ιερέα σε τριετηρική διονυσιακή γιορτή, σκοτώνει τον άλλον του γιο, η γυναίκα του σκοτώνει τον γιο για την πράξη του, ο ιερέας σκοτώνει την γυναίκα του, όσο που θανατώνεται κι αυτός), πιστεύεται ν’ αντιλαλούν την παράδοση των θυσιαστικών για τον Διόνυσο φόνων. Ο ήσκιος του «Ωμηστού» Διονύσου απλώνεται ίσαμε την κατάφωτη Αθήνα. Πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ο Θεμιστοκλής θυσιάζει στον «Ωμηστήν» Διόνυσο τρεις αιχμαλώτους Πέρσες.  

Σημειώσεις

  1. Αϊσαούα: Θρησκευτικό τάγμα του Μαρόκου που απλώνεται στο Αλγέρι και την Τυνησία, ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο Μωάμεθ μπεν Ίσα ή Άϊσα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ «ΔΙΟΝΥΣΟΣ», ΕΚΔΟΣΗ  ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΠΟΥΔΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ 1985

Heritage Imaging Manchester

Heritage Imaging at The John Rylands Library

Shaolingreece

Ομάδα μελέτης ιστορικών πολεμικών τεχνών

Αντέχουμε...

για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα μας!

ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

ΘΡΑΚΗ

Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.

A Reader's Guide to Orthodox Icons

Feeble words about powerful images

The History of Byzantium

A podcast telling the story of the Roman Empire from 476 AD to 1453

Χείλων

Ιστολόγιο Κλασσικών & Φυσικών Επιστημών

Hans Talhoffer

A Historical Martial Arts blog by Jens P. Kleinau

Photografia

A slice of life.

Forgotten Films

A look at the movies forgotten by time

mediaevalmusings

1,000 years of history in blog-sized bites.

Delving into History ® _ Periklis Deligiannis

Περικλής Δεληγιάννης - Ιστορικές Αναδιφήσεις®

Chelsea Pierce

museology and the arts

Cultural Life

Life, culture, travel, books, movies, linguistics...

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.