Η μάχη του Μαντζικέρτ


Το Μαντζικέρτ είναι πόλη της Ανατολικής Τουρκίας, κοντά στη λίμνη Βαν. Στα βυζαντινά χρόνια, είχε μεγάλη σημασία για την αυτοκρατορία. Η στρατηγική θέση της για την άμυνα του Βυζαντίου ενισχύθηκε με την εξαιρετική οχύρωση και την αξιόμαχη φρουρά της.
Υπήρξε στόχος των διαφόρων εχθρών του Βυζαντίου, ιδιαίτερα των Σελτζούκων Τούρκων κατά τον 11ο αιώνα. Προσπάθησαν να καταλάβουν την πόλη στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου (1042-1054), αλλά νικήθηκαν από τη φρουρά της πόλης έχοντας βαριές απώλειες. Ωστόσο, επανήλθαν. Ο σουλτάνος Αλπ Αρσλάν, μετά από αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιτυχίες, κατέλαβε την πόλη Ανί (αρχαία πρωτεύουσα της Αρμενίας, η οποία καταστράφηκε από σεισμό το 1319 και μετά από συνεχείς προσπάθειες και το φρούριο του Μαντζικέρτ, το 1070. Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, εκείνη τη χρονική περίοδο (1068-1071), ήταν ο Ρωμανός Δ’ Διογένης.

 

Ο ΡΩΜΑΝΟΣ Δ’ ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Καππαδοκίας. Είχε διακριθεί για τις εξαιρετικές στρατηγικές του ικανότητες και τη γενναιότητά του, ιδιαίτερα στις εκστρατείες εναντίον των Πετσενέγκων (Πατζινακών). Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι’, η χήρα του, Ευδοκία, τον επέλεξε ως σύζυγό της, μετά τις εισηγήσεις των συμβούλων της. Στέφθηκε αυτοκράτορας την Πρωτοχρονιά του 1068. Ήταν γύρω στα 45, ωραίος και με εντυπωσιακό παράστημα.

Ήταν θαρραλέος, ευγενικός, αλλά και λίγο υπερόπτης. Το επίθετο Διογένης ίσως ήταν παραλλαγή του Διγενής. Από την αρχή της ανάληψης των καθηκόντων του, είχε να αντιμετωπίσει πολλά ανοιχτά ζητήματα, τα κυριότερα απ’ αυτά ήταν η εχθρότητα της οικογένειας Δούκα, που ένιωθε αδικημένη, γιατί θεωρούσε ότι έπρεπε κάποιο μέλος της να ανέβει στον θρόνο και η στάση του θεολόγου, φιλοσόφου και πολιτικού Μιχαήλ Ψελλού, ο οποίος στα χρόνια της βασιλείας του παλιού του συμμαθητή Κωνσταντίνου Ι’, αναδείχτηκε «παραδυναστεύων τω βασιλεί». Με την άνοδο του Ρωμανού στον θρόνο, προτίμησε να κρυφτεί σε ένα μοναστήρι, παρά να βοηθήσει το νέο αυτοκράτορα.

Ο Ρωμανός ξεκίνησε τη βασιλεία του με δύο χρόνια εκστρατειών στην Ανατολή, όπου είχε να αντιμετωπίσει, εκτός από τους Σελτζούκους και προβλήματα στις τάξεις του στρατού, που είχε φθάσει στα όρια της ανταρσίας.

Οι εκστρατείες του Ρωμανού στη Μικρά Ασία το 1068 και το 1069 δεν κατάφεραν παρά μόνο την ανάκτηση της Ιεράπολης. Αντίθετα, στο ίδιο χρονικό διάστημα, λεηλατήθηκαν από τους Σελτζούκους η Νεοκαισάρεια, το Αμόριο και το Ικόνιο.

Αφού υπόγραψε μια εύθραυστη εκεχειρία με τον Αλπ-Αρσλάν, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και φρόντισε να καταβληθούν χρήματα από τα οφειλόμενα στους στρατιώτες και να εκπαιδευτούν νέες μονάδες. Έτσι, συγκέντρωσε περίπου 70.000 στρατιώτες για μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σελτζούκων, που θα οδηγούσε τελικά στην απομάκρυνσή τους από την Ανατολία. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 13 Μαρτίου 1071, ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη γι’ αυτή τη μακρινή και δύσκολη εκστρατεία.
Να σημειώσουμε ότι ο Ρωμανός είχε εμπειρία στα στρατιωτικά ζητήματα, αλλά είχε ένα σοβαρό μειονέκτημα: την έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης, που αποδείχτηκε σημαντικό μειονέκτημα.
Μετά από μελέτη διαφόρων σχεδίων, ο Ρωμανός και οι επιτελείς του αποφάσισαν να επιτεθούν στα βάθη των εδαφών που κατείχαν οι Σελτζούκοι.

 

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η εκστρατεία του Ρωμανού ξεκίνησε με προβλήματα. Άφησε πίσω του στην Κωνσταντινούπολη τον έμπειρο αξιωματικό Νικηφόρο Βοτανειάτη, επειδή τον υποψιαζόταν για προδοσία, και προτίμησε να πάρει μαζί του τον Ανδρόνικο Δούκα, πρωτότοκο γιο του Ιωάννη Δούκα, ενός από τους αντιπάλους του για τον θρόνο. Οι δύο ανώτατοι στρατηγοί ήταν ο Ιωσήφ Ταρχανειώτης, διοικητής της ανατολικής πτέρυγας του στρατού, και ο μάγιστρος Νικηφόρος Βρυέννιος, διοικητής της δυτικής πτέρυγας.

Επίσης, ένας Νορμανδός ιππότης, ο Ρουσέλιος ο Φραγκόπουλος, ήταν επικεφαλής ενός αποσπάσματος περίπου 500 «αιμοδιψών και απείθαρχων» Φράγκων μισθοφόρων, ενώ ως αντίπαλοι του ιππικού των Σελτζούκων υπηρετούσε μια ετερόκλητη ομάδα από Ογούζους, Τούρκους και Πετσενέγκους. Στην  εκστρατεία πήρε μέρος ως ανώτατος στρατοδίκης ο αξιωματικός και συγγραφέας Μιχαήλ Ατταλειάτης, το έργο του οποίου αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή μας για την εκστρατεία αυτή.

Παράλληλα, ο Ρωμανός άρχισε να γίνεται όλο και πιο απόμακρος από τους στρατιώτες του. Έχοντας πολυτελή εξοπλισμό και εφόδια για τη δική του καλοπέραση, έδειχνε σαν να μην νοιάζεται καθόλου για τις κακουχίες που περνούσαν οι άνδρες του.

Στη διάρκεια της πορείας από τον Άλη ποταμό μέχρι τη Σεβάστεια, η φρουρά του Ρωμανού, την οποία αποτελούσαν Γερμανοί μισθοφόροι, οι Νεμιτζοί, υπέστησαν απώλειες από τον τοπικό πληθυσμό, καθώς λεηλατούσαν τις περιουσίες τους. Για να τους τιμωρήσει, τους έστειλε σε άλλη αποστολή, μακριά από τον χώρο της εκστρατείας.

Αλλά και στα μετόπισθεν ο Ρωμανός είχε αφήσει αξιόλογες δυνάμεις. Ένα απόσπασμα Βαράγγων στην Κωνσταντινούπολη κι ένα άλλο απόσπασμα Φράγκων ιπποτών, υπό τον Κρισπίνο στην Άβυδο. Στα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας, ελλόχευε ο κίνδυνος επιθέσεων από τους Νορμανδούς και τους Ούγγρους, οπότε οι Νεμιτζοί ίσως στάλθηκαν εκεί.

Επιστρέφουμε στην εξιστόρηση της εκστρατείας.
Το τελικό σχέδιο των Βυζαντινών ήταν να καταλάβουν το Μαντζικέρτ και το Χλιάτ, μια πόλη νοτιότερα, κοντά στη λίμνη Βαν.

Εν τω μεταξύ, ο Αλπ-Αρσλάν κατευθυνόταν από την Παλαιστίνη στο Χαλέπι, καθώς οι Βυζαντινοί διέσχιζαν την Καππαδοκία με κατεύθυνση τη Θεοδοσιούπολη. Εκεί (στο Χαλέπι) τον συνάντησαν Βυζαντινοί πρεσβευτές με επικεφαλής τον Λέοντα Διαβατηνό και του διαμήνυσαν ότι ο Ρωμανός θα ξεκινούσε πόλεμο εναντίον του. Ο Αλπ-Αρσλάν έφυγε εσπευσμένα από το Χαλέπι μετά το γεγονός αυτό. Κατευθύνθηκε αρχικά προς τη Μοσούλη, έκανε μια στάση στην Άμιδα και κατέληξε στη Ματιανή Λίμνη (σημ. Urmia του Ιράν). Τελικά έφτασε περίπου 160 χλμ. ανατολικά των βυζαντινών δυνάμεων, επικεφαλής μιας δύναμης ιππικού 30.000 ανδρών και οι ανιχνευτές του παρακολουθούσαν συνεχώς τις κινήσεις των δυνάμεων του Ρωμανού.

 

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗ ΜΑΧΗ



Οι βυζαντινές δυνάμεις έφτασαν στη Θεοδοσιούπολη (σήμερα Ερζερούμ). Τα στρατεύματα πήραν εντολή να συλλέξουν εφόδια για δύο μήνες. Μια σημαντική δύναμη Πετσενέγκων συμμάχων μαζί με τους Φράγκους υπό τον Ρουσέλ, πήραν εντολή να κατευθυνθούν προς το Χλιάτ, το οποίο ο Ρωμανός θεωρούσε δυσκολότερο από τους δύο αντικειμενικούς του στόχους.Ο ίδιος με τα υπόλοιπα στρατεύματα κατευθύνθηκε προς το Μαντζικέρτ. Πριν όμως φτάσει εκεί, έστειλε άλλη μια σημαντική δύναμη, υπό τον Ταρχανειώτη, να ενισχύσει τους Πετσενέγκους και τους Φράγκους στην προσπάθεια κατάληψης του Χλιάτ.Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ατταλειάτη, στις δυνάμεις του Ταρχανειώτη συμπεριλαμβανόταν η αφρόκρεμα του βυζαντινού στρατού, οι πιο εμπειροπόλεμες μονάδες, ανάμεσά τους και οι Βάραγγοι και ένα μεγάλο μέρος του αρμενικού πεζικού υπό τον δούκα της Θεοδοσιούπολης. Ο Ταρχανειώτης είναι μια ακόμα σκοτεινή μορφή εκείνης της περιόδου. Εικάζεται ότι ήταν άνθρωπος της οικογένειας Δούκα.Όπως είδαμε παραπάνω, οι Σελτζούκοι είχαν φτάσει πολύ κοντά στα βυζαντινά στρατεύματα και παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους. Αντίθετα, ο Ρωμανός και οι στρατηγοί του είχαν την εντύπωση ότι οι άνδρες του Αλπ-Αρσλάν (Ήρωας-Λιοντάρι) βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά.
Έτσι, όταν οι δυνάμεις των Ρουσέλ και Ταρχανειώτη βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια σημαντική εχθρική δύναμη, αιφνιδιάστηκαν και ακολούθησαν αντίστροφη πορεία, προς τη Μελιτηνή του Ευφράτη, χωρίς να ενημερώσουν τον Ρωμανό που βρισκόταν λιγότερο από 70 χιλιόμετρα μακριά τους.

Τελικά, τα αξιόμαχα αυτά βυζαντινά στρατεύματα δεν είχαν καμιά συμμετοχή στη συνέχεια των επιχειρήσεων, πράγμα καθοριστικό για την πορεία τους. Ίσως ο Ταρχανειώτης θέλησε με τον τρόπο του αυτό να αντιδράσει στην πράγματι λανθασμένη απόφαση του Ρωμανού, να χωρίσει τον στρατό του σε δύο τμήματα.

Αγνοώντας λοιπόν τα γεγονότα αυτά ο αυτοκράτορας κινήθηκε προς το Μαντζικέρτ. Ο Βρυέννιος με τους άνδρες του κατέλαβε χωρίς μεγάλη δυσκολία το φρούριο της πόλης, αφήνοντας ελεύθερους τους μουσουλμάνους που το υπερασπίζονταν.

Αυτό συνέβη πιθανότατα την Πέμπτη, 24 Αυγούστου. Την ίδια μέρα, μια ομάδα Βυζαντινών στάλθηκε προς το Χλιάτ για να συλλέξει τρόφιμα. Έπεσε όμως σε ένα έφιππο απόσπασμα Σελτζούκων και εξολοθρεύτηκε. Ο Ρωμανός έστειλε τότε τον Βρυέννιο, ο οποίος σύντομα αναγκάστηκε να ζητήσει ενισχύσεις. Ενοχλημένος ο Ρωμανός, έστειλε ένα ακόμα απόσπασμα υπό τον Αρμένιο στρατηγό Βασιλάκιο. Αυτός, αγνοώντας το πώς να αντιμετωπίσει ευκίνητους έφιππους, έπεσε σε ενέδρα, τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε.

Τότε μόνο ο Ρωμανός κατάλαβε ότι οι Σελτζούκοι ήταν πολύ κοντά και όταν λίγο αργότερα έφτασε ένας άνδρας του Βασιλάκιου που είχε γλιτώσει από την ενέδρα, συνειδητοποίησε την πραγματικότητα.

Στα μέσα του απογεύματος της 24ης Αυγούστου, οι Σελτζούκοι επιτέθηκαν εναντίον των ανδρών του Βρυέννιου, ο οποίος, όμως, με ψυχραιμία οργάνωσε το στράτευμά του, τρέποντας τους εχθρούς σε άτακτη φυγή. Αν και πληγωμένος ο Βρυέννιος, συνήλθε γρήγορα και την επόμενη μέρα ήταν σε θέση να πολεμήσει.

Το ίδιο βράδυ, έγινε μια ακόμα «καταδρομική» επίθεση των Σελτζούκων εναντίον του στρατοπέδου των Βυζαντινών, χωρίς αποτέλεσμα. Την επόμενη μέρα, οι άνδρες του Ρωμανού απέκρουσαν ένα απόσπασμα Σελτζούκων που προσπάθησε να καταλάβει την όχθη του ποταμού (παραπόταμου του Μουράτ Σου), όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Βυζαντινοί. Λίγο αργότερα, πολλοί Ογούζοι λιποτάκτησαν και εντάχθηκαν στις δυνάμεις των Σελτζούκων που ήταν μακρινά τους ξαδέρφια.

Αμέσως μετά έφτασε στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο πρεσβεία του Αλπ-Αρσλάν με επικεφαλής τον χαλίφη αλ-Μουχαλμπάν από τη Βαγδάτη με προτάσεις για διαπραγματεύσεις. Ο Ρωμανός θεωρώντας ότι οι Σελτζούκοι ήθελαν απλώς να κερδίσουν χρόνο, απέπεμψε τους πρέσβεις και έδωσε εντολή στον στρατό να κινηθεί κατά του εχθρού το πρωί της Παρασκευής, 26 Αυγούστου 1071.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ

Ο στρατός βάδισε σε δύο γραμμές βάθους 4-10 μέτρων η καθεμία, με δύο πτέρυγες να καλύπτουν τα πλευρά. Μπροστά πήγαινε έφιππος ο Ρωμανός με την αυτοκρατορική του φρουρά. Διοικητής της αριστερής πτέρυγας ήταν ο Θεόδωρος Βρυέννιος και της δεξιάς ο Θεόδωρος Αλυάττης. Μαζί του είχε και όσους Ογούζους και Πετσενέγκους δεν είχαν αυτομολήσει. Ο Ανδρόνικος Δούκας διοικούσε την οπισθοφυλακή. Η οργάνωση και το σχέδιο δεν ήταν άσχημα. Όμως δεν μπορεί να εξηγηθεί το γιατί ο Ρωμανός ξεκίνησε για τη μάχη ενώ του έλειπαν οι κατάφρακτοι άνδρες του Ταρχανειώτη.Το έδαφος του πεδίου της μάχης ήταν επίπεδο και πετρώδες και εκτεινόταν από την πόλη του Μαντζικέρτ και το οχυρωμένο στρατόπεδο των Βυζαντινών δίπλα τους προς τα νότια και τα νοτιοανατολικά.

Ο Αλπ-Αρσλάν, που είχε παρατάξει τις δυνάμεις του σε σχήμα ημισελήνου, ανέγνωσε ένα μήνυμα του χαλίφη αλ-Καΐμ προς τα στρατεύματα, με το οποίο τα εξόρκιζε να πολεμήσουν για την πίστη του Αλλάχ, τη δικαιοσύνη των πιστών και τον παράδεισο των στρατιωτών. Ήταν, όπως αναφέραμε, Παρασκευή και οι μουσουλμάνοι μόλις είχαν ολοκληρώσει την προσευχή τους, όπως και οι Βυζαντινοί, οι οποίοι άκουσαν τον Ρωμανό να τους υπόσχεται οικονομικές, αλλά και πνευματικές ανταμοιβές και τους ιερείς τους να τους διαβεβαιώνουν για το δίκαιο του σκοπού τους.

Ο βυζαντινός στρατός άρχισε να προελαύνει με σταθερό βήμα και με τάξη. Οι Σελτζούκοι υποχωρούσαν, επίσης με τάξη, βάλλοντας με τόξα εναντίον των πτερύγων του βυζαντινού στρατού.

Ο Ρωμανός, με την «κεντρική γραμμή», συνέχιζε την πορεία του και στα μέσα του απογεύματος κατέλαβε το άδειο στρατόπεδο των Σελτζούκων. Ο αυτοκράτορας και οι άνδρες του ήταν πολύ κουρασμένοι, ενώ τα τρόφιμα και το νερό λιγόστευαν επικίνδυνα. Ο Βρυέννιος και ο Αλυάττης, έχοντας να αντιμετωπίσουν συνεχείς επιθέσεις με βέλη, είχαν μείνει πίσω, όπως και οι εφεδρείες του Ανδρόνικου Δούκα.

Κάποια στιγμή, αργά το απόγευμα, ο Ρωμανός αποφάσισε να κινηθεί προς το στρατόπεδό του. Ενώ όμως το κέντρο της παράταξης υποχωρούσε συντεταγμένα, κάποιοι αξιωματικοί και στρατιώτες της δεξιάς πτέρυγας εξέλαβαν εσφαλμένα το σήμα της υποχώρησης ως ένδειξη ότι ο αυτοκράτορας είχε σκοτωθεί στη μάχη.

Εκείνη τη στιγμή, οι Σελτζούκοι κατάφεραν ισχυρό πλήγμα στις δυνάμεις του Αλυάττη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την περικύκλωση των ανδρών του Ρωμανού.
«Ο βασιλιάς ολομόναχος, εγκατελειμμένος και στερημένος από κάθε ελπίδα, γύμνωσε το ξίφος του κατά του εχθρού, σκοτώνοντας πολλούς και αναγκάζοντας πολλούς άλλους να τραπούν σε φυγή. Κυκλωμένος από ένα πλήθος εχθρών, τραυματίστηκε στο μπράτσο… το άλογό του χτυπήθηκε από βέλη, γλίστρησε και έπεσε παρασύροντας μαζί και τον αναβάτη του», έγραφε αργότερα ο Βρυέννιος.

Ο Ρωμανός, αν και τραυματίας, συνέχισε να μάχεται γενναία. Εγκαταλείφθηκε όμως από τον στρατό του, αρχικά από τους Αρμένιους και στη συνέχεια από τις δυνάμεις της εφεδρείας υπό τον Ανδρόνικο Δούκα, ο οποίος δεν πήρε μέρος στη μάχη, είτε γιατί δεν ήθελε να ρισκάρει τις ζωές των ανδρών του, είτε, το πιθανότερο, γιατί ήθελε να «ξεφορτωθεί» τον Ρωμανό και τον άφησε κυριολεκτικά στο έλεος του Θεού.

Είχε νυχτώσει, όταν ο διοικητής της κύριας σελτζουκικής δύναμης Ταράγκι, που είχε απώλειες τουλάχιστον 4.000 ανδρών, έδωσε εντολή να σταματήσει η καταδίωξη των Βυζαντινών, οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν στο φρούριο του Μαντζικέρτ. Στο πεδίο της μάχης οι Βυζαντινοί άφησαν άφθονα λάφυρα. Το κυριότερο όμως είναι ότι στο πεδίο της μάχης παρέμενε τραυματισμένος ο αυτοκράτορας Ρωμανός!

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΛΠ-ΑΡΣΛΑΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΡΩΜΑΝΟ

Ένας Σελτζούκος, που το επόμενο πρωί αναζητούσε λάφυρα, βρήκε τον αυτοκράτορα και τον οδήγησε μπροστά στον Αλπ-Αρσλάν. Ο αιχμάλωτος Βασιλάκιος επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για τον Ρωμανό. Ο σουλτάνος διέταξε τον Ρωμανό να φιλήσει το έδαφος και πάτησε με το πόδι του τον αυχένα του σκυμμένου αυτοκράτορα… Αμέσως μετά όμως έδειξε ένα άλλο πρόσωπο.
Αγκάλιασε τον Ρωμανό και του είπε «αυτή είναι η ζωή». Του έδωσε φαγητό και τις επόμενες ημέρες του φέρθηκε μάλλον σαν να ήταν φιλοξενούμενος, παρά αιχμάλωτος. Ρώτησε τον Ρωμανό τι θα έκανε αν βρισκόταν στη θέση του. Εκείνος του απάντησε: «Θα σε βασάνιζα και θα σε σκότωνα και θα σε επιδείκνυα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης». Τότε ο Αλπ-Αρσλάν, ο οποίος να σημειώσουμε ότι παρακολουθούσε όλη τη μάχη από ένα ύψωμα της περιοχής, «απείλησε» ότι έχει μια χειρότερη τιμωρία γι’ αυτόν. «Σε αφήνω ελεύθερο», είπε στον έκπληκτο Ρωμανό! «Αλλ’ εγώ δε σε μιμούμαι, ως βλέπεις, κατά τούτο, και απορώ πώς πρεσβεύεις συ τα ενάντια, ενώ ακούω ότι και ο υμέτερος Χριστός ειρήνη υμίν νομοθετεί και αμνηστίαν κακών και τοις υπερηφάνοις αντικαθίσταται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν», είπε ο Αλπ-Αρσλάν στη συνέχεια.

Ο Ρωμανός συμφώνησε αμέσως σε μια συνθήκη ειρήνης: άμεση ανταλλαγή αιχμαλώτων, ενάμισι εκατομμύρια χρυσά νομίσματα, ως λύτρα για τον αυτοκράτορα και επικύρωση της συμφωνίας με τον γάμο μιας κόρης του Ρωμανού με έναν από τους γιους του Αλπ-Αρσλάν.
Μόλις απελευθερώθηκε, ο Ρωμανός κατευθύνθηκε προς την Αρμενία, όπου ξεκίνησε να μαζεύει τα λύτρα που είχε συμφωνήσει. Μόλις έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, πληροφορήθηκε ότι είχε εκθρονιστεί.

Ο ΜΙΧΑΗΛ Ζ’ ΔΟΥΚΑΣ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ – ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ

Η οικογένεια Δούκα φρόντισε να ανεβάσει στον θρόνο τον Μιχαήλ Γ’, γιο του Κωνσταντίνου Ι’ και της Ευδοκίας. Η Ευδοκία συνελήφθη και εξορίστηκε σε μονή της νήσου Πρώτης. Ο Ρωμανός, με τα απομεινάρια του στρατού του, προσπάθησε να κερδίσει ξανά τον θρόνο, ωστόσο ηττήθηκε στα Άδανα από τον Ανδρόνικο Δούκα, τον άνθρωπο που πιθανότατα τον πρόδωσε στο Μαντζικέρτ. Η μετέπειτα συμπεριφορά του Δούκα προς τον Ρωμανό ήταν ελεεινή. Τον υποχρέωσε να ταξιδέψει περίπου 800 χιλιόμετρα ως το Κοτύαιο (σημ. Κιουτάχεια). Εκεί διέταξε να τυφλώσουν τον Ρωμανό, ο οποίος έζησε μόνο λίγες μέρες και έπειτα πέθανε.
Ηθικός αυτουργός της τύφλωσης του Ρωμανού ήταν μάλλον ο Μιχαήλ Ψελλός.

Ο Μιχαήλ Ζ’ έσκισε τη συνθήκη που είχε υπογράψει ο Ρωμανός με τον Αλπ-Αρσλάν, ο οποίος δολοφονήθηκε 13 μήνες μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ. Ο γιος και διάδοχός του, Μαλίκ Σαχ, έστειλε χιλιάδες Τουρκομάνους σε ολόκληρο το μισό ανατολικό τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και το κατέλαβε. Η περιοχή έγινε γνωστή πλέον ως σουλτανάτο του Ρουμ.

 

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ

Οι σύγχρονοι ιστορικοί (John C. Carr «Οι Πολεμιστές Αυτοκράτορες του Βυζαντίου», John Haldon «Οι Πόλεμοι του Βυζαντίου», δύο έξοχα βιβλία απ’ όπου αντλήσαμε πολύτιμες πληροφορίες για το σημερινό άρθρο), συμφωνούν ότι «η ήττα στο Μαντζικέρτ δεν υπήρξε η στρατιωτική καταστροφή που διατυμπανίζεται ότι ήταν και δεν αποτέλεσε το τέλος του βυζαντινού στρατού» (John Haldon).

Οι απώλειες των βυζαντινών δυνάμεων ήταν μεταξύ 10% και 20% των ανδρών. Η πραγματική καταστροφή ήταν πολιτικής φύσης, γιατί η αιχμαλώτιση του αυτοκράτορα επέδρασε καταλυτικά στην εικόνα του Βυζαντίου, καθώς έδειξε ότι δεν ήταν ο σταθερός και ακλόνητος παράγοντας που πίστευαν όλοι.

«… το αποτέλεσμα του Μαντζικέρτ ήταν ότι οι Σελτζούκοι Τούρκοι έγιναν κύριοι μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας και ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπέστη ένα πλήγμα από το οποίο δεν θα συνερχόταν ποτέ» (John Carr).

Οι εμφύλιοι πόλεμοι που ακολούθησαν προκάλεσαν μεγαλύτερες απώλειες και ζημιές στον βυζαντινό στρατό, από τις συγκρούσεις του με εξωτερικούς εχθρούς.

Ο ΡΩΜΑΝΟΣ Δ’ ΔΙΟΓΕΝΗΣ… ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ!

Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά όντως η ιστορία του Ρωμανού έγινε σίριαλ στην ελληνική T.V.
Πρόκειται για το σίριαλ «Πορφύρα και Αίμα» σε σενάριο και σκηνοθεσία Νίκου Φώσκολου, βασισμένο στη μυθιστορηματική βιογραφία του Κ. Κυριαζή, «Ρωμανός Διογένης».

Προβλήθηκε στην τότε ΥΕΝΕΔ. Το πρώτο από τα 54 συνολικά επεισόδια παίχτηκε την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 1977. Πρωταγωνιστούσαν οι: Νίκος Βασταρδής (Ρωμανός), Βούλα Ζουμπουλάκη (Ευδοκία), Δημήτρης Μυράτ (Μιχαήλ Ψελλός) και ακόμα οι: Ερρίκος Μπριόλας, Γωγώ Ατζολετάκη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Γιώργος Τζώρτζης κ.ά.

Advertisements

Τι είπε ο Μανουήλ Παλαιολόγος για το Ισλάμ;


24 Αυγούστου 1422 . Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς.


Μανουήλ Παλαιολόγος

24 Αυγούστου 1422 . Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Πως απλός λαός , ευγενείς, λόγιοι, στρατιώτες, άνδρες, γυναίκες, μοναχοί, ιερείς και αρχιερείς, ενώθηκαν κάτω από τις διαταγές του αυτοκράτορα και χωρίς καμία ξένη βοήθεια, πολέμησαν και νίκησαν τους Οθωμανούς, οι οποίοι ήταν υπεράριθμοι και είχαν καλύτερο εξοπλισμό. Η νίκη ήταν καθαρά Ελληνική υπόθεση.

Οι Ελληνορωμαίοι

Ο οπλισμός των Ρωμαίων, όπως τους αποκαλεί ο Κανανός, περιορίζεται σε τόξα, μικρού μεγέθους κανόνια, ξίφη, κοντάρια, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η χρήση μικρών, φορητών βαλλιστρών (τζαγρῶν),οι οποίες είχαν μεγάλη διατρητική ικανότητα καθώς μπορούσαν να διαπεράσουν ακόμη και τις σιδερένιες πανοπλίες των αντιπάλων. Ορισμένοι, λόγω έλλειψης ικανού οπλισμού, μετέτρεπαν σε όπλα αντικείμενα της καθημερινότητας ενώ άλλοι, χρησιμοποιούσαν μόνο πέτρες.
Δεδομένης της μη ύπαρξης τακτικού στρατού, ο οποίος να μπορεί να αναλάβει εξ ολοκλήρου την άμυνα της Κωνσταντινούπολης, ο αριθμός των Βυζαντινών αμυνομένων δεν επαρκούσε ώστε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι επιθέσεις των Τούρκων. Για αυτό το λόγο, η συμμετοχή στην άμυνα της πόλης ήταν μαζική. Πέραν από τους στρατιώτες, στα τείχη βρίσκονταν άρχοντες της πόλης, λόγιοι, αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και μια ομάδα Κρητών.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη συμμετοχή των γυναικών, ευγενών και μη, οι οποίες, σύμφωνα με τη διήγηση του Κανανού, αψηφούσαν τις δυσχερείς συνθήκες της μάχης και με τον κίνδυνο να τραυματιστούν, μετέφεραν πέτρες, εμψύχωναν τους πολεμιστές, εμπόδιζαν τους οικείους τους να λιποψυχήσουν, ανέλαβαν την περίθαλψη και φροντίδα των τραυματιών. Λόγω του ότι οι περισσότεροι από τους υπερασπιστές δεν ήταν εξοικειωμένοι με τον πόλεμο, στην αρχή της μάχης λιποψύχησαν, δείλιασαν και τους κυρίευσε το αίσθημα της απελπισίας, ενώ πολλοί έφτασαν στο σημείο να εγκαταλείψουν τη θέση τους.
Ο Κανανός αποδίδει αυτή τη συμπεριφορά, όχι τόσο στον φόβο του θανάτου, όσο στον φόβο της αλώσεως και λεηλασίας της πόλης και της αδυναμίας προστασίας των οικογενειών τους. Βέβαια, με το πρόοδο της ημέρας, ήλθαν εις εαυτόν και αντιμετώπιζαν τους εχθρούς με γενναιότητα και ανδρεία . Αν και βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, τόσο από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού, όσο και από πολεμικό εξοπλισμό, κατάφεραν να αντέξουν στις επιθέσεις των Οθωμανών, και εν τέλει, προς το τέλος της ημέρας, να τους απωθήσουν ολοκληρωτικά και να τους αναγκάσουν σε υποχώρηση. Οι βυζαντινές πηγές αποδίδουν την υποχώρηση των στρατευμάτων των Τούρκων στη θαυματουργή παρέμβαση της Παναγιάς και στη πολιτική του αυτοκράτορα Μανουήλ που βοήθησε οικονομικά άλλους Τούρκους να πολεμήσουν τους Οθωμανούς.

Οικουμενικοί ηγεμόνες της Χριστιανοσύνης σε ρεαλιστική απεικόνιση του 1424, από αριστερά προς τα δεξιά: 1) Σιγισμούνδος των Λούξεμπουργκ, ρήγας της Ουγγαρίας (1387-1437), ιμπεράτωρ Γερμανίας, 1410-37) και βασιλεύς Βοημίας (1419-37) 2) Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος, βαcιλεύς αυτοκράτωρ Ρωμαίων (1391-1425), και 3) Ερρίκος (Πολωνός, γεννηθείς Μπόγκουσλαβ Γρυφίδης), που μέσω της Ενώσεως του Κάλμαρ κυβερνά ως “ρηξ Δανών, Σουηδών, Νορβηγών, Βενδών (οι Σλάβοι της Πομερανίας) και Γότθων (Γοτλάνδη)”, σε: i. Νορβηγία, 1389-1442, ii. Δανία, 1396-1439, iii. Σουηδία, 1396-1439

Οι Οθωμανοί

Το 1422, το στράτευμα των Οθωμανών που βρέθηκε έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, έφτανε τις 10.000, ενώ λίγες μέρες αργότερα κατέφθασε και δεύτερο στράτευμα, υπό τον Μουράτ, αγνώστου αριθμού. Συνήθης τακτική των Οθωμανών, πριν την αρχή της πολιορκίας, ήταν η λεηλασία της, γύρω από την πόλη, υπαίθρου με καταστροφή των χωραφιών, κατάσχεση των ζώων, αιχμαλωσία των κατοίκων και παιδομάζωμα. Η πρώτη ενέργεια του οθωμανικού στρατεύματος μπροστά από τα τείχη της Πόλης, ήταν η δημιουργία ενός ξύλινου προμαχώνος (παστία), ο οποίος θα προστάτευε τους επιτιθέμενους στρατιώτες από τα βέλη των Κωνσταντινουπολιτών. Ήταν φτιαγμένος από μεγάλα ξύλα και χονδρές σανίδες, ενώ μπροστά είχε πλέγματα από βέργες. Πρωτεύον σκοπός των πολιορκητών, ήταν η καταστροφή μέρους του προτειχίσματος για διευκόλυνση της εφόδου. Δευτερεύοντες τρόποι προσπάθειας προσπέλασης των τειχών, ήταν η διάνοιξη υπόγειων σηράγγων και η ανεύρεση των αγωγών νερού, καθώς και με τους δύο τρόπους θα μπορούσαν να εισέλθουν εύκολα και αθόρυβα εντός των τειχών. Εντυπωσιακή είναι απαρίθμηση του πολεμικού εξοπλισμού των Οθωμανών. Σύμφωνα με τον Κανανό είχαν:

«[…]ἄλλοι δὲ τζόκους, καὶ ἕτεροι συστάς, καὶ ἄλλοι πῦρ μετὰ μαζαλάδων, ἕτεροι δὲ
σκλώπους, ἄλλοι δὲ σιδηρά μάχιμα ὅπλα δρεπανηφόρα μετὰ κονταρίων μακρέων τὰ ἐπονομαζόμενα φάλκας, ἕτεροι δὲ σκουτάρια στερεὰ καὶ μεγάλα, καὶ τὰ πάντα μετὰ σιδήρων, καὶ πλοκοτὰς δὲ ἄλλοι, καὶ παβέζια ἄλλοι, ἄλλοι δὲ
αγγύρας σιδηρέας […] καὶ πᾶν πολεμικόν ὄργανον ἔφερον ἀνὰ χεῖρας ».

Οι στρατιώτες που δεν ανήκαν στα επίλεκτα στρατιωτικά σώματα, ήταν εξοπλισμένοι με ποικίλο οπλισμό, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν προσωπικό οπλισμό στη μάχη. Το μέγεθος και η ποιότητα της πολεμικής τους εξάρτησης, συνδεόταν με την οικονομική δυνατότητα του κάθε ενός. Πέραν από τον ανά χείρας οπλισμό, ο οθωμανικός στρατός διέθετε και μεγάλο αριθμό κανονιών, διαφόρων μεγεθών.

Ο Μουράτ, τοποθέτησε τα μεγαλύτερα κανόνια απέναντι από την πλευρά του τείχους που βρίσκονταν ανάμεσα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού και την Χαρισία πύλη, καθώς εκείνο το σημείο ήταν αρκετά σαθρό. Παρʼ όλο το μέγεθος και την ποικιλία των οθωμανικών κανονιών, δεν προκλήθηκε κάποια ουσιαστική φθορά, ούτε καν στο χαλασμένο τμήμα των τειχών. Η κύρια επίθεση του οθωμανικού στρατεύματος, έγινε το πρωί της 24ηςΑυγούστου 1422 και ύστερα από υπόδειξη ενός ψευδοπροφήτη, που προέβαλε την καταγωγή του από τον Μωάμεθ. Πρώτοι, άρχισαν την επίθεση οι τοξότες, χτυπώντας από μακριά τους αμυνομένους στα τείχη. Ένα τμήμα του οθωμανικού στρατεύματος κατάφερε να περάσει την τάφρο και να φτάσει τα τείχη όπου, ορισμένοι στρατιώτες το ποθετούσαν σκάλες έτσι ώστε να αναρριχηθούν, άλλοι προσπαθούσαν με διάφορα μηχανήματα να προκαλέσουν φθορές στο τείχος ενώ άλλοι, προσπαθούσαν να σπάσουν τις πύλες και να διευκολύνουν με αυτό τον τρόπο την έλευση ολόκληρου του στρατεύματος εντός της πόλης. Από το μέγεθος του στρατεύματος και τον άριστο εξοπλισμό του, αποδεικνύεται η πρόθεση του Μουράτ όχι μόνο να προβεί σε αποκλεισμό της βυζαντινής πρωτεύουσας και να αναμένει την παράδοσή της, αλλά να την καταλάβει με έφοδο. Μιας και, όπως έχει προαναφερθεί, η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε στο πέρας των ετών, τον ευσεβή πόθο κάθε ενός από τους σουλτάνους του οθωμανικού κράτους, μπορεί να αιτιολογηθεί τόσο η στάση του Μουράτ, όσο και η στάση του στρατεύματος. Η επιλογή του σουλτάνου να αποστείλει κήρυκες σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας του αποτυπώνει, από την μια την βεβαιότητά του για την κατάληψη της Πόλης και από την άλλη, την θέλησή του για λεηλασία της. Οι στρατηγοί, φρόντιζαν επιμελώς να φανατίζουν το πλήθος των στρατιωτών, υποσχόμενοι πλούσια δώρα, χρήματα και αιχμαλώτους.
Για αυτόν τον λόγο οι στρατιώτες επέδειξαν αξιοθαύμαστο ζήλο την ώρα της γενικής εφόδου. Καθ’ όλη την διάρκεια της πολιορκίας, οι τούρκοι στρατιώτες ασκούσαν έναν συνεχή ψυχολογικό πόλεμο στους Κωνσταντινουπολίτες, κάνοντας θόρυβο και εκτοξεύοντας ύβρεις εναντίον του πατριάρχη, του αυτοκράτορα και της ορθόδοξης πίστης. Πριν την έφοδο, απηύθυναν ύμνο προς τον Μωάμεθ και ευφημίες προς τον ψευδοπροφήτη, τις οποίες επανέλαβαν τρείς φορές. Τέλος, την έφοδό τους εναντίον των τειχών της Κωνσταντινούπολης, συνόδευαν αλαλαγμοί και ήχοι τυμπάνων και σαλπίγγων.

Η Δύση

Μπροστά στην απειλή της Κωνσταντινούπολης το 1422 από τους Οθωμανούς, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αντίδραση των δυτικών δυνάμεων. Η βενετική σύγκλητος, στις 6 Αυγούστου 1422, διαβεβαίωσε τον αυτοκράτορα, δια μέσου του βαΐλου της για τις φιλικές της προθέσεις αλλά και τον ενημέρωσε για την αδυναμία αποστολής βοήθειας πριν την άνοιξη του 1423.

ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΩΝ


ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΩΝ : ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΤΕΡΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Ή ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΡΗΤΗ
Το Καβαλλαρικό Τάγμα των «Αθανάτων» ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα από τον Αυτοκράτορα Τσιμισκή για να αποτελέσει το επίλεκτο σώμα του και ανεβίωσε πολύ πριν την άνοδο των Κομνηνών χάρις στον Μέγα Λογοθέτη (δηλ. Πρωθυπουργό) Νικηφορίτζη για να θυμίζει όλες τις στρατιωτικές δόξες του 10ου αι. Συγκροτήθηκε από επιλέκτους αριστοκράτες στρατιωτικούς της Μικράς Ασίας οι οποίοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν τον τουρκικό ζυγό και διακρίνονταν για τον πατριωτισμό τους. Στην προσπάθειά του να ανασυστήσει τον «Βασιλικό ή Ταγματικό Στρατό» ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Κομνηνός εμπνεύσθηκε από τις αρχές που εμψύχωναν το Σώμα των «Αθανάτων» για να ιδρύσει το Καβαλλαρικό Τάγμα των «Αρχοντόπουλων», κατά το πρότυπο του Ιερού Λόχου των Σπαρτιατών, προκειμένου να αποτελέσει τη Βυζαντινή Λεγεώνα της Τιμής. Το Τάγμα αυτό στο οποίο υπηρετούσαν οι γιοί των Αριστοκρατών εκείνων που θυσίασαν σε πόλεμο τη ζωή τους για την Αυτοκρατορία της Ρωμανίας, το ίδρυσε ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Κομνηνός επειδή ήθελε γύρω του Πατριώτες και Αριστοκράτες που να εμπνέονται από τις ίδιες αρχές με εκείνον. Οι «Αρχοντόπουλοι» όχι μόνον υπήρξαν ένα εξαιρετικώς επίλεκτο και τιμητικό Συγκλητικό Τάγμα της Ανακτορικής Φρουράς, που ανήκε βεβαίως στο Βασιλικό (και όχι στο Θεματικό) Στρατό, αλλά επιπλέον αποτελούσε το αγαπημένο Τάγμα και το καύχημα του Αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού. Πιστά στις πατριωτικές αρχές του Τάγματος τα μέλη του προσπαθούσαν να αγγίξουν και να ξεπεράσουν τη δόξα των Ευγενών (Συγκλητικών) προγόνων τους που είχαν πέσει ηρωικά στο πεδίο της μάχης θυσιαζόμενοι για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Κατά το 1090 ή 1091, ο Τούρκος εμίρης Τσαχάς της Σμύρνης συμμάχησε με τους νομάδες Πετσενέγκους, προκειμένου να καταστρέψει εντελώς τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Την άνοιξη του 1087 οι Πετσενέγκοι εισέβαλαν στα εδάφη της αυτοκρατορίας από τη βορειοδυτική περιοχή της Μαύρης Θάλασσας με στράτευμα 80.000 περίπου ανδρών.
Πλεονεκτώντας εξαιτίας της πολιτικής ανωμαλίας του Βυζαντίου στη συγκεκριμένη περίσταση η ορδή των Πετσενέγκων κατευθύνθηκε προς τη Βυζαντινή πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, λεηλατώντας τα βόρεια Βαλκάνια στο διάβα της. Η επιδρομή διαμόρφωνε μια σοβαρή απειλή για την αυτοκρατορία, καθώς εξαιτίας της εμφύλιας διαμάχης ο βυζαντινός στρατός δεν διέθετε αρκετά στρατεύματα για να απωθήσει τους εισβολείς. Λίγο πριν την αποστασία του Καρύκη, κυβερνήτη της Κρήτης (1093), το Τάγμα των Αρχοντόπουλων έδωσε μια άνιση μάχη εναντίον υπερπολλαπλάσιων νομάδων Πετσενέγων, όπως οι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Γνώριζαν ότι κανείς τους δεν επρόκειτο να ζήσει και παρόλα αυτά δεν λιποψύχησαν και παρέμεναν στις θέσεις τους αποφασισμένοι να θυσιαστούν όπως οι πρόγονοί τους που ανήκαν στο Βασιλικό Τάγμα των Αθανάτων. Κατά την μάχη που ακολούθησε έπεσαν ηρωικά σχεδόν όλα τα μέλη του Τάγματος και μόλις 12 επέζησαν οι οποίοι διηγήθηκαν το κατόρθωμά τους. Ο Αλέξιος Α΄ στην προσπάθειά του να ανακτήσει αριθμητική υπεροχή απευθύνθηκε σε μία άλλη νομαδική φυλή, τους Κουμάνους, με τους οποίους συμμάχησε εναντίον των Πετσενέγκων.
Τη Δευτέρα, 28 Απριλίου 1091, ο Αλέξιος και οι σύμμαχοί του πλησίασαν το στρατόπεδο των Πετσενέγκων στο Λεβούνιο κοντά στον ποταμό Έβρο. Οι Πετσενέγκοι φαίνεται πως αιφνιδιάστηκαν και η μάχη που έλαβε χώρα το επόμενο πρωινό στο Λεβούνιον ήταν πρακτικά σφαγή. Οι Πετσενέγκοι είχαν φέρει μαζί τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και ήταν απροετοίμαστοι για την επίθεση που εξαπολύθηκε εναντίον τους. Οι Κουμάνοι και οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν με σφοδρότητα και σφαγίασαν τους πάντες στο διάβα τους. Οι Πετσενέγκοι κατέρρευσαν γρήγορα, και σχεδόν εξολοθρεύτηκαν. Στη συνέχεια οι εναπομείναντες ζωντανοί εξανδραποδίστηκαν. Η μάχη αυτή ήταν η αποφασιστικότερη νίκη του βυζαντινού στρατού για μια περίοδο μισού αιώνα και σημειώνει ένα σημείο καμπής στη βυζαντινή ιστορία. Η αυτοκρατορία βρισκόταν στο ναδίρ τα τελευταία είκοσι χρόνια και το Λεβούνιον έδειξε ότι βρισκόταν στον δρόμο της ανάκαμψης. Οι Πετσενέγκοι είχαν πλήρως καταστραφεί και οι ευρωπαϊκές κτήσεις της αυτοκρατορίας ήταν ασφαλείς. Στα επόμενα της μάχης χρόνια, η αυτοκρατορία γνώρισε μια πραγματική αναγέννηση υπό τον Αλέξιο και τους απογόνους του, την αποκαλούμενη δυναστεία των Κομνηνών. Το Τάγμα των Αρχοντοπουλων εκ των πραγμάτων διαλύθηκε, αλλά για τους 12 επιζήσαντες επιφυλάχθηκαν τιμές ηρώων. Μεταξύ των Βασιλικών προνομίων που τους απονεμήθηκαν ήταν και η παραχώρηση ισάριθμων 12 αρχοντιών στις οποίες διαιρέθηκε η Κρήτη.
Ο Αυτοκράτωρ και η Σύγκλητος έκριναν ότι μόνο οι 12 αυτοί υπερήρωες που πλέον αποτελούσαν ινδάλματα, θα μπορούσαν να επανασυνδέσουν την Κρήτη με την Φιλόχριστο των Ρωμαίων Πολιτεία (=Ρωμανία/Βυζαντινή Αυτοκρατορία) και να αποτρέψουν τον βέβαιο επερχόμενο εξισλαμισμό της, που θα ακολουθούσε το πραξικόπημα του Καρύκη. Πράγματι οι Κρητικοί τάχθηκαν αμέσως στο πλευρό των 12 ηρωικών Αρχοντόπουλων οι οποίοι κατέφθασαν εκεί με τις Οικογένειές τους. Κι έτσι η Κρήτη παρέμεινε Ελληνική και Χριστιανική. Τους δόθηκαν σημαντικά περιουσιακά και διοικητικά προνόμια. Η άφιξη τους είναι γνωστή μέσα από το πέρασμα των αιώνων ως η ιστορία των Δώδεκα Αρχοντόπουλων. Αυτό το γεγονός έγινε αντικείμενο αντιδικίας μεταξύ ιστορικών τα τελευταία χρόνια. Η ιστορία, ή ο μύθος για μερικούς, περιγράφεται παρακάτω. Ο αυτοκράτορας, ανησυχώντας για τη συνεχή αναταραχή στην Κρήτη, έστειλε 12 επιφανείς Βυζαντινές οικογένειες για να δημιουργήσουν νέους δυνατούς δεσμούς με την Πόλη και να βελτιώσουν τις θρησκευτικές, ηθικές και οικονομικές συνθήκες του ντόπιου πληθυσμού. Σε ένα έγγραφο γνωστό ως «Χρυσόβουλλο». (έγγραφο που φέρει χρυσή σφραγίδα για την αυθεντικότητα της υπογραφής του αυτοκράτορα) ο αυτοκράτορας, αφού απειλεί τους Κρήτες με αυστηρή τιμωρία σε περίπτωση ανυπακοής τους προς τη θέληση του, λέει ότι τους στέλνει ως βασιλιά και θεματοφύλακα του τον γιό του Ισαάκιο μαζί με 12 Αρχοντες. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, ο Αλέξιος ο Α δημιούργησε ένα τάγμα στρατιωτών με δύναμη 2.000 αντρών, οι οποίοι ήταν γιοί «των άποπεπτωκότων στρατιωτών». Αυτό το τάγμα ό αυτοκράτορας το ονόμασε «τάγμα των αρχοντόπουλων».
ΟΙ ΗΜΕΤΕΡΟΙ ΥΙΟΙ ΕΥΓΕΝΕΙΣ Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΑ (12 ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΑ):
1) Ιωάννης Φωκάς
2) Κωνσταντίνος Βαρούχας
3) Μαρίνος Σκορδίλης, ήμέτερος άνεψιός και μέγα στρατάρχης
4) Λέων Μουσούρος
5) Φίλιππος Γαβαλάς, ήμέτερος συγγενής
6) Ανδρέας Μελισσινός
7) Θωμάς Αρχολέος
8) Δημήτριος Βλαστός
9) Εύστάθιος Χορτάτζης
10) Νικηφόρος Αργυρόπουλος και Αργυροστεφανίτης
11) Ματθαίος Καλαφάτης
12) Λουκάς Λίθινος

Οι δώδεκα ευγενείς οι ελθόντες εις την Κρήτην όμού με τον υίόν του Αύτοκράτορος, και στραφέντες εκ δευτέρου μετά των συγγενών αυτών οίτινες έμειναν είς την Κρήτην άφ’ ού ήλώθη, και ό βασιλεύς τους έμοίρασε όλους τους τόπους. Φωκάς άπό το μέρος της έκκλησίας του άγίου Ιωάννου, Γεώργιος, Ιάκωβος,Άνδρέας, Άλέξιος, Νικηφόρος, Μιχαήλ, Βάρδας, και διάδοχοι ώνομάσθησαν Καλλέργαι άπό τους ένδοξοτάτους Βενετούς, ήτοι καλοί έργάται, διά το καλόν έργον του αύτών συγγενούς Άλεξίου, όστις έποίησε την είρήνην με τους Ενετούς και με το γένος των Σκορδίλιδων και άλλα είς τους μεγάλους και πολυχρονίους πολέμους.
(1) Κατ’έξοχήν δε έν καιρώ Ιωάννου του Σκορδίλη διά την έλευθέρωσιν του τόπου είς άνάμνησιν΄ του όποίου γίνεται κατ’έτος ή λιτανεία την τρίτην του Πάσχα. Οί λεγόμενοι Σκορδίλαι έλαβον την άρχήν άπό την Γαλλίαν και έλέγοντο Πεγωλίνοι΄ και μετά ταύτα μεταβάντες είς την Ρώμην με τους άρχηγούς των Ρωμαίων, έλαβον το όνομα Σκορδίλαι, λεγόμενοι και Άγιάτσοι.
(2) Γαβαλλάς άπό το μέρος της έκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, Φίλιππος, Ιωάννης, Ούτίφης, Αντώνιος.
(3) Μαρίνος Σκορδίλης άπό το μέρος της εκκλησίας του άγίου Εύθυμίου, Μαρίνος, Ιωάννης, Μιχαήλ Καπαδώρος. Γεώργιος, Βάρδας κ.λ.π. (4) Αρχολέοι άπό την έκκλησία του άγίου Φωκά, κ.λ.π.
(5) Χορτάτζης άπό το μέρος της εκκλησίας του αγίου Μηνά, κ.λ.π.
(6) Μουσούρος άπό το μέρος της έκκλησίας της Παναγίας Παμμακαρίστου, κ.λ. π.
(7) Βαρούχας άπό το μέρος του Λέψη,κ.λ.π.
(8) Μελισσινός άπό το μέρος της εκκλησίας του άγίου Ρωμανού, κ.λ.π.
(9) Λίθινος άπό το μέρος των Μαρτύρων, κ.λ.π.
(10) Αργυρόπουλοι, Αργυροστεφανήται άπό το μέρος του άγίου Στεφάνου, κ.λ.π.
(11) Βλαστοί άπό το μέρος της εκκλησίας της άγίας Γιουριάνας, κ.λ..π.
(12) Καλαφάται.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ : ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΣΚΛΗΡΟΣ ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ
Email: greek.history.and.prehistory99@gmail.com

DETAILED ANIMATION OF THE DESTRUCTION CAUSED BY THE BLOODY FIRST CRUSADE


his is a video made by a great YouTube content provider named Epic History TV. They have a display of multiple historical videos from different time periods and events.  Feel free to support the artist for more magnificent videos like this in the near future.

 

“The First Crusade was one of the most extraordinary, bloody and significant episodes in medieval history. It began with an appeal for aid from the Christian Byzantine Empire, threatened by the rising power of the Muslim Seljuk Turks. But when Pope Urban II preached a sermon at Clermont in 1095, the result was unlike anything ever seen before. The Pope offered spiritual salvation to those willing to go east to aid their fellow Christians in a holy war, and help liberate Jerusalem from Muslim rule. Knights and peasants alike signed up in their thousands, leading to the disastrous People’s, or Peasants’, Crusade, then to a much more organised and powerful Princes’ Crusade. Their forces gathered at Constantinople, where they made an uneasy alliance with Byzantine Emperor Alexius I Comnenus. Entering Anatolia, they helped to win back the city of Nicaea, then won a decisive but hard-fought victory at Dorlyaeum, before marching on the great city of Antioch…”

You can find the videos bellow, enjoy.

The Second Video:

Part 2 of Epic History TV’s story of the First Crusade continues with the Siege of Antioch.

O Ρώσος μοναχός – πολεμιστής Alexander Peresvet


O Αλέξανδρος Περεσβέτ (Alexander Peresvet, στα ρωσικά:АлександрПересвет), ήταν Ρώσος Χριστιανός Ορθόδοξος μοναχός ο οποίος πολέμησε σε μονομαχία με τον πρωταθλητή των Τατάρων TemirMurza (γνωστό ως Chelubeyή Τσελή-μπέη) κατά την έναρξη της Μάχης του Κουλίκοβο (8 Σεπτεμβρίου 1380), όπου σκότωσαν ο ένας τον άλλον.

Ο Περεσβέτ πιστεύεται ότι καταγόταν από την περιοχή Μπριάνσκ και πήρε το μοναχικό σχήμα στην Μονή των Αγίων Μπόρις και Γκλεμπ στο Ροστόφ. Αργότερα μετακόμισε στη Μονή τουPereslavlZalessky υπό την υπηρεσία του DmitriDonskoi(Ντμίτρι Ντονσκόϊ, 1350 – 1389, μέγας δούκας της Μοσχοβίας). Αργότερα μετακόμισε στην Μονή Αγίας Τριάδας, όπου έγινε ακόλουθος του Σεργίου Ραντονέζ.

Ο Αλέξανδρος και ο φίλος του, Rodion Oslyabya ενώθηκαν με τα ρωσικά στρατεύματα όταν αυτά πήγαιναν να πολεμήσουν ενάντια στην εισβολή του Τάταρου Μαμάι. (Ο Μαμάι ήταν ισχυρός στρατιωτικός ηγέτης της Μπλε Ορδής, που αποσχίστηκε από τους Χάνους της Χρυσής Ορδής, την δεκαετία του 1370. Ως Χρυσή Ορδή περιγράφεται η Εισβολή των Μογγόλων στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα  Ο Μαμάι ήταν κατά πάσα πιθανότητα απόγονος του Τζένγκις Χαν). 

Η Λαύρα της Αγίας Τριάδος του αγίου Σεργίου. Πίνακας του Ernst Lissner (1907). Ο άγιος Σέργιος του Ραντονέζ ενθαρρύνει και ευλογεί τον πρίγκιπα Δημήτριο Ντονσκόι πριν την μάχη του Κουλίκοβο, όπου χάρη στις χαρισματικές προσευχές του οσίου ο πολύ μικρός ρωσικός στρατός νίκησε τους αμέτρητους και φοβερούς Μογγόλους, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση των Ρώσων από τον ταταρικό ζυγό. 

Η Μάχη του Κουλίκοβο ξεκίνησε με μονομαχία μεταξύ των δύο πρωταθλητών. Ο Ρώσος πρωταθλητής ήταν ο Αλέξανδρος Περεσβέτ. Ο πρωταθλητής των Ταταρο-Μογγόλων ήταν ο Temir-Murza. Οι πρωταθλητές σκότωσαν ο ένας τον άλλον στην πρώτη επίθεση, αν και σύμφωνα με το ρωσικό θρύλο, ο Peresvet δεν έπεσε από τη σέλα του, ενώ ο Temir-Murza έπεσε.

Το σώμα του Peresvet, μαζί με του Oslyabya, μεταφέρθηκαν στη Μόσχα, όπου ετάφησαν στην Εκκλησία της Θεοτόκου του 15ο αιώνα στο Simonovo.

Το όνομα του Περεσβέτ έχει δοθεί σε ρώσικο αρματαγωγό

Παρακάτω η Μάχη του Κουλίκοβο – Ρωσικά κινούμενα σχέδια παραγωγή του Πατριαρχείου Μόσχας.

Πηγή: Σημεία Καιρών~ «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε…»

Η συνείδηση της ελληνικότητας στο Βυζάντιο


Το ζήτημα της ελληνικότητας του βυζαντινού κόσμου, η αλλιώς της Ρωμηοσύνης, είναι ένα ζήτημα το οποίο τίθεται από πολλές πλευρές και αντιμετωπίζεται από διάφορες και διαφορετικές κάθε φορά οπτικές γωνίες. Η αλήθεια είναι ότι μία αυτοκρατορία η οποία εκτείνεται σε ευρύτατο γεωγραφικό χώρο δεν μπορεί παρά να είναι πολυεθνική, πολυπολιτισμική, πολυφυλετική, πολυγλωσσική. Το Βυζάντιο δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα. Μέσα στα στενότερα γεωγραφικά και τα ευρύτερα πολιτισμικά του όρια ζούσαν και ανέπνεαν όλοι οι λαοί και οι πολιτισμοί των ακτών της Μεσογείου, αλλά και όλοι οι λαοί των Βαλκανίων και των χωρών πέρα από τον Δούναβη. Μοιραία, μια τέτοια αυτοκρατορία θα μπορούσε να ονομαστεί και «κοινοπολιτεία» με την έννοια μιας σύνθεσης, ενός κράματος λαών, φυλών, πολιτισμών, γλωσσών.

Σίγουρα, το κράτος το οποίο ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος με την κτίση της Νέας Ρώμης στα στενά του Βοσπόρου ήταν ρωμαϊκό.

Νόμοι, θεσμοί, διοίκηση, πολίτευμα συνέχιζαν την αυτοκρατορική ρωμαϊκή παράδοση, μέχρι ακόμη και την ύστατη πνοή του τελευταίου αυτοκράτορα του κράτους των Ρωμαίων στην πύλη του Ρωμανού της Βασιλεύουσας το 1453. Από εκεί και πέρα, όμως, η μεγάλη αλήθεια είναι ότι ο βυζαντινός πολιτισμός, η βυζαντινή κουλτούρα, ελάχιστη σχέση είχε με τη ρωμαϊκή πολιτισμική και γλωσσική παρακαταθήκη, και με το πέρασμα των αιώνων η σχέση αυτή απομειώθηκε παντελώς, ώσπου έσβησε. Επί της ουσίας το Βυζάντιο συνεχίζει την παράδοση του ελληνιστικού κόσμου. Στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι Έλληνες απλώθηκαν στην Ανατολή και εξάπλωσαν τον ελληνικό πολιτισμό σε όλους τους ασιατικούς λαούς. Ωστόσο δεν σημειώθηκε σύνθεση πολιτισμών, παρά σε ελάχιστα επουσιώδη σημεία.


Ψηφιδωτό που βρέθηκε στην ελληνιστική πόλη Ζεύγμα, στη νότια Τουρκία (κοντά στα σύνορα με τη Συρία)

Οι ασιατικοί λαοί βρίσκονταν πάντα σε απόσταση από τους Έλληνες, κρατώντας τη φυσιογνωμία τους. Εκ των πραγμάτων, όμως, αποδέχονταν τον ανώτερο και επικυρίαρχο ελληνικό πολιτισμό και με αυτόν διαμόρφωναν το βίο και την πολιτεία τους. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και στον βυζαντινό κόσμο, με επικυρίαρχο πάντοτε τον ελληνικό πολιτισμό. Η διαφορά με την ελληνιστική εποχή είναι ότι στο Βυζάντιο έχουμε μια κοσμοϊστορική σύνθεση, η οποία σφράγισε και διαμόρφωσε καθοριστικά την πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η συνάντηση του ελληνισμού με το Χριστιανισμό, και η σύνθεσή τους σε ένα αξεχώριστο κράμα. Αυτή η σύνθεση είναι που χαρακτηρίζει αυτό που ονομάζουμε ελληνοβυζαντινό πολιτισμό.

Τα άλλα πολιτισμικά στοιχεία στο διάβα των αιώνων περιορίζονταν και συρρικνώνονταν, ακολουθώντας μοιραία την προϊούσα γεωγραφική συρρίκνωση του βυζαντινού κράτους στις παραδοσιακές περιοχές του παλιού ελληνικού κόσμου.

Οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμηοί είχαν συνείδηση των ιστορικών τους καταβολών και της εθνικής τους ιδιαιτερότητας. Οι ιστοριογράφοι, αλλά και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας, μνημονεύουν ότι οι πόλεμοί τους γίνονταν «κατά βαρβάρων», κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα εθνολογικής διάκρισης και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Μάλιστα, οι ιστοριογράφοι στη γραφή τους ακολουθούσαν τα ίχνη των αρχαίων Ελλήνων ιστοριογράφων, στο πλαίσιο της μίμησης των αρχαίων προτύπων, και αυτό σηματοδοτεί από μέρους τους τη συνείδηση της καταγραφής της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού κόσμου. Έτσι, στα ιστορικά ποιήματα του Γεωργίου Πισίδη ο Χοσρόης είναι ο νέος Ξέρξης και υπαινικτικά οι Ελληνοβυζαντινοί οι συνεχιστές των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων.

Πώς να μην έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής συνέχειας, από τη στιγμή που ο Μέγας Θεοδόσιος μετέφερε και όρθωσε στο μέσον του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινουπόλεως τον Τρίποδα [εικ. αριστερά], τον οποίο αφιέρωσαν οι Πανέλληνες ως ανάθημα για τη νίκη τους ενάντια στην περσική επιδρομή στο μαντείο των Δελφών, μετά τη μάχη των Πλαταιών; Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ιστοριογράφους της μέσης και της ύστερης βυζαντινής περιόδου οι Άραβες και οι Τούρκοι εμφανίζονται ως «Πέρσαι», με σαφή αναφορά στο ιστορικό παρελθόν των Ελλήνων, προκειμένου να δηλωθεί η συνείδηση της ελληνικότητας και να σφυρηλατηθεί η εθνική ενότητα των Ελληνοβυζαντινών. Η «ρωμαϊκότητα», τελικά, χωνεύτηκε μέσα στο ελληνοχριστιανικό κράμα του Βυζαντίου, και αυτό που απέμεινε για να θυμίζει τις ρωμαϊκές καταβολές του Βυζαντίου ήταν η χρήση των όρων Ρωμηός και Ρωμηοσύνη. Οι όροι αυτοί επιβίωσαν και εμπεδώθηκαν για να αυτοπροσδιορίζονται οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμιοί, όχι με την έννοια της αναφοράς στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους αυτοκράτορες που ήταν οι δήμιοι των χριστιανών, αλλά ως ένδειξη παντοτινής ευγνωμοσύνης του ελληνοχριστιανικού κόσμου στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα εκείνο ο οποίος παραθεώρησε την παλαιά Ρώμη για να εγκαινιάσει τη Νέα Ρώμη, ως πρωτεύουσα του νέου κόσμου.


Κωνσταντινούπολη (τοιχογραφία του 18ου αι. σε αρχοντικό της Καστοριάς)

Αλλά και τα ονόματα έχουν την ιστορία τους.

Η λατινική ονομασία «Νέα Ρώμη» σταδιακά επικαλύφθηκε από την ελληνολατινική «Κωνσταντίνου πόλις», για να επικρατήσει τελικά η αμιγώς ελληνική «Η Πόλις». Το γεγονός αυτό δεν είναι χωρίς σημασία. Ο κόσμος του Βυζαντίου πίσω από το επίσημο ρωμαϊκό κάλυμμα κρύβει έναν ζωντανό και δυναμικό ελληνισμό. Μπορεί οι Ελληνοβυζαντινοί να μην χρησιμοποιούσαν το όνομα «Έλλην» για τον αυτοπροσδιορισμό τους, καθώς αυτό από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ήταν συνώνυμο της ειδωλολατρίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοούσαν ότι ήταν «παίδες Ελλήνων» με την εθνολογική έννοια του όρου.

Σε όλη τη χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου, στα σχολεία το πρώτο ανάγνωσμα μετά την Αγία Γραφή ήταν τα ομηρικά έπη, τα εθνικά ποιήματα των αρχαίων Ελλήνων και η πηγή έμπνευσης του Μ. Αλεξάνδρου για την ενότητα και δόξα του ελληνικού κόσμου. Ο σεβασμός για τον Όμηρο ήταν απεριόριστος, σε βαθμό να αναφέρεται συνεκδοχικά ως «ο ποιητής». Όμοια μεγάλος σεβασμός υπήρχε για τον Πίνδαρο, τον άλλο μεγάλο «εθνικό ποιητή» των αρχαίων, αλλά και για τον ρήτορα Δημοσθένη, τον διαπρύσιο κήρυκα του αθηναϊκού πατριωτισμού και της δημοκρατίας!

Όλα αυτά διαπότιζαν και διαμόρφωναν τη νοοτροπία και τη στάση ζωής των Ελληνοβυζαντινών, οι οποίοι δεν ανέχονταν τον δεσποτισμό ανατολικού η ρωμαϊκού τύπου ούτε στην πολιτική ούτε στην εκκλησιαστική ζωή, και συχνά εξεγείρονταν ενάντια στις αυθαιρεσίες τής κάθε λογής εξουσίας. Οι όποιες καταδικαστικές αναφορές εναντίον των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων από τον Ρωμανό τον Μελωδό η τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν σημαίνουν άρνηση της αξίας τους, αλλά προστασία των πιστών από υπερβολές και ανατροπή της ιεράρχησης των αξιών. Πρώτα η σοφία του Θεού και μετά η σοφία του κόσμου, πρώτα ο Χριστός και μετά η πατρίδα και η καταγωγή. Οι παρανοήσεις πάντα οδηγούσαν σε ανατροπή των ιδιαίτερα εύθραυστων ισορροπιών στη σχέση ελληνισμού και Χριστιανισμού, και υπονόμευαν την ίδια την υπόσταση του ελληνοβυζαντινού πολιτιστικού οικοδομήματος.

Αυτό ίσχυε τόσο για τον υπερτονισμό του ελληνισμού όσο και για την παραθεώρησή του.

Στην πρώτη περίπτωση ο κίνδυνος ήταν η ροπή προς την απολυτοποίηση της κοσμικής λογικής και την υποτίμηση του χριστιανικού μυστικισμού, και στη δεύτερη η ροπή προς τον Μονοφυσιτισμό και τον Ιουδαϊσμό. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, στο πλαίσιο της Εικονομαχίας, οι εικονόφιλοι δεν αντιπροσώπευαν παρά την ελληνική στάση απέναντι στο Χριστιανισμό και είναι γενικά παραδεκτό ότι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία προσέφερε τις θεωρητικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η θεολογία περί των εικόνων. Όπως σοφά παρατηρεί ο επιφανής Γάλλος βυζαντινολόγος P. Lemerle, η τελική επικράτηση της εικονόφιλης παράταξης μαρτυρά ότι το νάμα της αρχαιοελληνικής παιδείας δεν είχε στερέψει στο Βυζάντιο. Η ορθολογική συμπλοκή με τον ελληνισμό εξασφάλιζε για το Χριστιανισμό δύο πολύτιμα στοιχεία. Το ένα είναι η αίσθηση του μέτρου και της ισορροπίας, η ορθοτόμηση της αληθείας, και το άλλο η διασφάλιση της οικουμενικότητας, χάρη στην οποία ο Χριστιανισμός διακρίνεται και διαχωρίζεται, κύρια, από τον Ιουδαϊσμό.


Εικονομάχοι καλύπτουν με ασβέστη την εικόνα του Χριστού (περ. 830, Ψαλτήρι Χλουντόφ)

Χωρίς τη σύνδεση με τον ελληνισμό, ο Χριστιανισμός θα ήταν εύκολο να θεωρηθεί ως μια εβραϊκή παραφυάδα η μια εβραϊκή αίρεση. Αυτό οι Ελληνοβυζαντινοί το είχαν κατανοήσει, και έτσι εξηγείται η τόσο μεγάλη προσήλωση και εμμονή τους στα αρχαία ελληνικά πρότυπα και στη μίμησή τους. Έτσι εξηγείται γιατί η Ορθοδοξία έγινε η κιβωτός του ελληνισμού, ευνοώντας την αντιγραφή και τη διάσωση των αρχαίων ελληνικών κειμένων και επιμένοντας στην αρχαιοπρεπή μορφή της εκκλησιαστικής γλώσσας ακόμη και σε λαϊκά αναγνώσματα, όπως τα συναξάρια. Οι Ελληνοβυζαντινοί το κατανόησαν και διαφύλαξαν αυτήν την παράδοση επί αιώνες. Το ζήτημα είναι να το κατανοήσουμε και εμείς, σε μια εποχή όπου τονίζεται από κύκλους Ευρωπαίων ιστορικών και θεολόγων ότι η παράδοση της Ευρώπης είναι «ιουδαιοχριστιανική», με προφανή στόχο να τοποθετηθεί ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία του Αβραάμ» στο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού και να αποσυνδεθεί από τον ελληνισμό.

Η συνεχής αναστροφή μας με τον ελληνοβυζαντινό πολιτισμό και την ελληνορθοδοξία είναι από μόνη της μια πράξη μαρτυρίας της αληθείας στην ανθρωπότητα.

Βασίλειος Α. Σαρρής
δρ Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ

  • Πηγή: enromiosini.gr.
Heritage Imaging Manchester

Heritage Imaging at The John Rylands Library

Shaolingreece

Ομάδα μελέτης ιστορικών πολεμικών τεχνών

Αντέχουμε...

για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα μας!

ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

ΘΡΑΚΗ

Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.

A Reader's Guide to Orthodox Icons

Feeble words about powerful images

The History of Byzantium

A podcast telling the story of the Roman Empire from 476 AD to 1453

Χείλων

Ιστολόγιο Κλασσικών & Φυσικών Επιστημών

Hans Talhoffer

A Historical Martial Arts blog by Jens P. Kleinau

Photografia

A slice of life.

Forgotten Films

A look at the movies forgotten by time

mediaevalmusings

1,000 years of history in blog-sized bites.

Delving into History ® _ Periklis Deligiannis

Περικλής Δεληγιάννης - Ιστορικές Αναδιφήσεις®

Chelsea Pierce

museology and the arts

Cultural Life

Life, culture, travel, books, movies, linguistics...

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.