O Ρώσος μοναχός – πολεμιστής Alexander Peresvet


O Αλέξανδρος Περεσβέτ (Alexander Peresvet, στα ρωσικά:АлександрПересвет), ήταν Ρώσος Χριστιανός Ορθόδοξος μοναχός ο οποίος πολέμησε σε μονομαχία με τον πρωταθλητή των Τατάρων TemirMurza (γνωστό ως Chelubeyή Τσελή-μπέη) κατά την έναρξη της Μάχης του Κουλίκοβο (8 Σεπτεμβρίου 1380), όπου σκότωσαν ο ένας τον άλλον.

Ο Περεσβέτ πιστεύεται ότι καταγόταν από την περιοχή Μπριάνσκ και πήρε το μοναχικό σχήμα στην Μονή των Αγίων Μπόρις και Γκλεμπ στο Ροστόφ. Αργότερα μετακόμισε στη Μονή τουPereslavlZalessky υπό την υπηρεσία του DmitriDonskoi(Ντμίτρι Ντονσκόϊ, 1350 – 1389, μέγας δούκας της Μοσχοβίας). Αργότερα μετακόμισε στην Μονή Αγίας Τριάδας, όπου έγινε ακόλουθος του Σεργίου Ραντονέζ.

Ο Αλέξανδρος και ο φίλος του, Rodion Oslyabya ενώθηκαν με τα ρωσικά στρατεύματα όταν αυτά πήγαιναν να πολεμήσουν ενάντια στην εισβολή του Τάταρου Μαμάι. (Ο Μαμάι ήταν ισχυρός στρατιωτικός ηγέτης της Μπλε Ορδής, που αποσχίστηκε από τους Χάνους της Χρυσής Ορδής, την δεκαετία του 1370. Ως Χρυσή Ορδή περιγράφεται η Εισβολή των Μογγόλων στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα  Ο Μαμάι ήταν κατά πάσα πιθανότητα απόγονος του Τζένγκις Χαν). 

Η Λαύρα της Αγίας Τριάδος του αγίου Σεργίου. Πίνακας του Ernst Lissner (1907). Ο άγιος Σέργιος του Ραντονέζ ενθαρρύνει και ευλογεί τον πρίγκιπα Δημήτριο Ντονσκόι πριν την μάχη του Κουλίκοβο, όπου χάρη στις χαρισματικές προσευχές του οσίου ο πολύ μικρός ρωσικός στρατός νίκησε τους αμέτρητους και φοβερούς Μογγόλους, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση των Ρώσων από τον ταταρικό ζυγό. 

Η Μάχη του Κουλίκοβο ξεκίνησε με μονομαχία μεταξύ των δύο πρωταθλητών. Ο Ρώσος πρωταθλητής ήταν ο Αλέξανδρος Περεσβέτ. Ο πρωταθλητής των Ταταρο-Μογγόλων ήταν ο Temir-Murza. Οι πρωταθλητές σκότωσαν ο ένας τον άλλον στην πρώτη επίθεση, αν και σύμφωνα με το ρωσικό θρύλο, ο Peresvet δεν έπεσε από τη σέλα του, ενώ ο Temir-Murza έπεσε.

Το σώμα του Peresvet, μαζί με του Oslyabya, μεταφέρθηκαν στη Μόσχα, όπου ετάφησαν στην Εκκλησία της Θεοτόκου του 15ο αιώνα στο Simonovo.

Το όνομα του Περεσβέτ έχει δοθεί σε ρώσικο αρματαγωγό

Παρακάτω η Μάχη του Κουλίκοβο – Ρωσικά κινούμενα σχέδια παραγωγή του Πατριαρχείου Μόσχας.

Πηγή: Σημεία Καιρών~ «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε…»

Η συνείδηση της ελληνικότητας στο Βυζάντιο


Το ζήτημα της ελληνικότητας του βυζαντινού κόσμου, η αλλιώς της Ρωμηοσύνης, είναι ένα ζήτημα το οποίο τίθεται από πολλές πλευρές και αντιμετωπίζεται από διάφορες και διαφορετικές κάθε φορά οπτικές γωνίες. Η αλήθεια είναι ότι μία αυτοκρατορία η οποία εκτείνεται σε ευρύτατο γεωγραφικό χώρο δεν μπορεί παρά να είναι πολυεθνική, πολυπολιτισμική, πολυφυλετική, πολυγλωσσική. Το Βυζάντιο δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα. Μέσα στα στενότερα γεωγραφικά και τα ευρύτερα πολιτισμικά του όρια ζούσαν και ανέπνεαν όλοι οι λαοί και οι πολιτισμοί των ακτών της Μεσογείου, αλλά και όλοι οι λαοί των Βαλκανίων και των χωρών πέρα από τον Δούναβη. Μοιραία, μια τέτοια αυτοκρατορία θα μπορούσε να ονομαστεί και «κοινοπολιτεία» με την έννοια μιας σύνθεσης, ενός κράματος λαών, φυλών, πολιτισμών, γλωσσών.

Σίγουρα, το κράτος το οποίο ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος με την κτίση της Νέας Ρώμης στα στενά του Βοσπόρου ήταν ρωμαϊκό.

Νόμοι, θεσμοί, διοίκηση, πολίτευμα συνέχιζαν την αυτοκρατορική ρωμαϊκή παράδοση, μέχρι ακόμη και την ύστατη πνοή του τελευταίου αυτοκράτορα του κράτους των Ρωμαίων στην πύλη του Ρωμανού της Βασιλεύουσας το 1453. Από εκεί και πέρα, όμως, η μεγάλη αλήθεια είναι ότι ο βυζαντινός πολιτισμός, η βυζαντινή κουλτούρα, ελάχιστη σχέση είχε με τη ρωμαϊκή πολιτισμική και γλωσσική παρακαταθήκη, και με το πέρασμα των αιώνων η σχέση αυτή απομειώθηκε παντελώς, ώσπου έσβησε. Επί της ουσίας το Βυζάντιο συνεχίζει την παράδοση του ελληνιστικού κόσμου. Στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι Έλληνες απλώθηκαν στην Ανατολή και εξάπλωσαν τον ελληνικό πολιτισμό σε όλους τους ασιατικούς λαούς. Ωστόσο δεν σημειώθηκε σύνθεση πολιτισμών, παρά σε ελάχιστα επουσιώδη σημεία.


Ψηφιδωτό που βρέθηκε στην ελληνιστική πόλη Ζεύγμα, στη νότια Τουρκία (κοντά στα σύνορα με τη Συρία)

Οι ασιατικοί λαοί βρίσκονταν πάντα σε απόσταση από τους Έλληνες, κρατώντας τη φυσιογνωμία τους. Εκ των πραγμάτων, όμως, αποδέχονταν τον ανώτερο και επικυρίαρχο ελληνικό πολιτισμό και με αυτόν διαμόρφωναν το βίο και την πολιτεία τους. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και στον βυζαντινό κόσμο, με επικυρίαρχο πάντοτε τον ελληνικό πολιτισμό. Η διαφορά με την ελληνιστική εποχή είναι ότι στο Βυζάντιο έχουμε μια κοσμοϊστορική σύνθεση, η οποία σφράγισε και διαμόρφωσε καθοριστικά την πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η συνάντηση του ελληνισμού με το Χριστιανισμό, και η σύνθεσή τους σε ένα αξεχώριστο κράμα. Αυτή η σύνθεση είναι που χαρακτηρίζει αυτό που ονομάζουμε ελληνοβυζαντινό πολιτισμό.

Τα άλλα πολιτισμικά στοιχεία στο διάβα των αιώνων περιορίζονταν και συρρικνώνονταν, ακολουθώντας μοιραία την προϊούσα γεωγραφική συρρίκνωση του βυζαντινού κράτους στις παραδοσιακές περιοχές του παλιού ελληνικού κόσμου.

Οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμηοί είχαν συνείδηση των ιστορικών τους καταβολών και της εθνικής τους ιδιαιτερότητας. Οι ιστοριογράφοι, αλλά και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας, μνημονεύουν ότι οι πόλεμοί τους γίνονταν «κατά βαρβάρων», κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα εθνολογικής διάκρισης και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Μάλιστα, οι ιστοριογράφοι στη γραφή τους ακολουθούσαν τα ίχνη των αρχαίων Ελλήνων ιστοριογράφων, στο πλαίσιο της μίμησης των αρχαίων προτύπων, και αυτό σηματοδοτεί από μέρους τους τη συνείδηση της καταγραφής της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού κόσμου. Έτσι, στα ιστορικά ποιήματα του Γεωργίου Πισίδη ο Χοσρόης είναι ο νέος Ξέρξης και υπαινικτικά οι Ελληνοβυζαντινοί οι συνεχιστές των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων.

Πώς να μην έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής συνέχειας, από τη στιγμή που ο Μέγας Θεοδόσιος μετέφερε και όρθωσε στο μέσον του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινουπόλεως τον Τρίποδα [εικ. αριστερά], τον οποίο αφιέρωσαν οι Πανέλληνες ως ανάθημα για τη νίκη τους ενάντια στην περσική επιδρομή στο μαντείο των Δελφών, μετά τη μάχη των Πλαταιών; Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ιστοριογράφους της μέσης και της ύστερης βυζαντινής περιόδου οι Άραβες και οι Τούρκοι εμφανίζονται ως «Πέρσαι», με σαφή αναφορά στο ιστορικό παρελθόν των Ελλήνων, προκειμένου να δηλωθεί η συνείδηση της ελληνικότητας και να σφυρηλατηθεί η εθνική ενότητα των Ελληνοβυζαντινών. Η «ρωμαϊκότητα», τελικά, χωνεύτηκε μέσα στο ελληνοχριστιανικό κράμα του Βυζαντίου, και αυτό που απέμεινε για να θυμίζει τις ρωμαϊκές καταβολές του Βυζαντίου ήταν η χρήση των όρων Ρωμηός και Ρωμηοσύνη. Οι όροι αυτοί επιβίωσαν και εμπεδώθηκαν για να αυτοπροσδιορίζονται οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμιοί, όχι με την έννοια της αναφοράς στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους αυτοκράτορες που ήταν οι δήμιοι των χριστιανών, αλλά ως ένδειξη παντοτινής ευγνωμοσύνης του ελληνοχριστιανικού κόσμου στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα εκείνο ο οποίος παραθεώρησε την παλαιά Ρώμη για να εγκαινιάσει τη Νέα Ρώμη, ως πρωτεύουσα του νέου κόσμου.


Κωνσταντινούπολη (τοιχογραφία του 18ου αι. σε αρχοντικό της Καστοριάς)

Αλλά και τα ονόματα έχουν την ιστορία τους.

Η λατινική ονομασία «Νέα Ρώμη» σταδιακά επικαλύφθηκε από την ελληνολατινική «Κωνσταντίνου πόλις», για να επικρατήσει τελικά η αμιγώς ελληνική «Η Πόλις». Το γεγονός αυτό δεν είναι χωρίς σημασία. Ο κόσμος του Βυζαντίου πίσω από το επίσημο ρωμαϊκό κάλυμμα κρύβει έναν ζωντανό και δυναμικό ελληνισμό. Μπορεί οι Ελληνοβυζαντινοί να μην χρησιμοποιούσαν το όνομα «Έλλην» για τον αυτοπροσδιορισμό τους, καθώς αυτό από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ήταν συνώνυμο της ειδωλολατρίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αγνοούσαν ότι ήταν «παίδες Ελλήνων» με την εθνολογική έννοια του όρου.

Σε όλη τη χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου, στα σχολεία το πρώτο ανάγνωσμα μετά την Αγία Γραφή ήταν τα ομηρικά έπη, τα εθνικά ποιήματα των αρχαίων Ελλήνων και η πηγή έμπνευσης του Μ. Αλεξάνδρου για την ενότητα και δόξα του ελληνικού κόσμου. Ο σεβασμός για τον Όμηρο ήταν απεριόριστος, σε βαθμό να αναφέρεται συνεκδοχικά ως «ο ποιητής». Όμοια μεγάλος σεβασμός υπήρχε για τον Πίνδαρο, τον άλλο μεγάλο «εθνικό ποιητή» των αρχαίων, αλλά και για τον ρήτορα Δημοσθένη, τον διαπρύσιο κήρυκα του αθηναϊκού πατριωτισμού και της δημοκρατίας!

Όλα αυτά διαπότιζαν και διαμόρφωναν τη νοοτροπία και τη στάση ζωής των Ελληνοβυζαντινών, οι οποίοι δεν ανέχονταν τον δεσποτισμό ανατολικού η ρωμαϊκού τύπου ούτε στην πολιτική ούτε στην εκκλησιαστική ζωή, και συχνά εξεγείρονταν ενάντια στις αυθαιρεσίες τής κάθε λογής εξουσίας. Οι όποιες καταδικαστικές αναφορές εναντίον των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων από τον Ρωμανό τον Μελωδό η τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν σημαίνουν άρνηση της αξίας τους, αλλά προστασία των πιστών από υπερβολές και ανατροπή της ιεράρχησης των αξιών. Πρώτα η σοφία του Θεού και μετά η σοφία του κόσμου, πρώτα ο Χριστός και μετά η πατρίδα και η καταγωγή. Οι παρανοήσεις πάντα οδηγούσαν σε ανατροπή των ιδιαίτερα εύθραυστων ισορροπιών στη σχέση ελληνισμού και Χριστιανισμού, και υπονόμευαν την ίδια την υπόσταση του ελληνοβυζαντινού πολιτιστικού οικοδομήματος.

Αυτό ίσχυε τόσο για τον υπερτονισμό του ελληνισμού όσο και για την παραθεώρησή του.

Στην πρώτη περίπτωση ο κίνδυνος ήταν η ροπή προς την απολυτοποίηση της κοσμικής λογικής και την υποτίμηση του χριστιανικού μυστικισμού, και στη δεύτερη η ροπή προς τον Μονοφυσιτισμό και τον Ιουδαϊσμό. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, στο πλαίσιο της Εικονομαχίας, οι εικονόφιλοι δεν αντιπροσώπευαν παρά την ελληνική στάση απέναντι στο Χριστιανισμό και είναι γενικά παραδεκτό ότι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία προσέφερε τις θεωρητικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η θεολογία περί των εικόνων. Όπως σοφά παρατηρεί ο επιφανής Γάλλος βυζαντινολόγος P. Lemerle, η τελική επικράτηση της εικονόφιλης παράταξης μαρτυρά ότι το νάμα της αρχαιοελληνικής παιδείας δεν είχε στερέψει στο Βυζάντιο. Η ορθολογική συμπλοκή με τον ελληνισμό εξασφάλιζε για το Χριστιανισμό δύο πολύτιμα στοιχεία. Το ένα είναι η αίσθηση του μέτρου και της ισορροπίας, η ορθοτόμηση της αληθείας, και το άλλο η διασφάλιση της οικουμενικότητας, χάρη στην οποία ο Χριστιανισμός διακρίνεται και διαχωρίζεται, κύρια, από τον Ιουδαϊσμό.


Εικονομάχοι καλύπτουν με ασβέστη την εικόνα του Χριστού (περ. 830, Ψαλτήρι Χλουντόφ)

Χωρίς τη σύνδεση με τον ελληνισμό, ο Χριστιανισμός θα ήταν εύκολο να θεωρηθεί ως μια εβραϊκή παραφυάδα η μια εβραϊκή αίρεση. Αυτό οι Ελληνοβυζαντινοί το είχαν κατανοήσει, και έτσι εξηγείται η τόσο μεγάλη προσήλωση και εμμονή τους στα αρχαία ελληνικά πρότυπα και στη μίμησή τους. Έτσι εξηγείται γιατί η Ορθοδοξία έγινε η κιβωτός του ελληνισμού, ευνοώντας την αντιγραφή και τη διάσωση των αρχαίων ελληνικών κειμένων και επιμένοντας στην αρχαιοπρεπή μορφή της εκκλησιαστικής γλώσσας ακόμη και σε λαϊκά αναγνώσματα, όπως τα συναξάρια. Οι Ελληνοβυζαντινοί το κατανόησαν και διαφύλαξαν αυτήν την παράδοση επί αιώνες. Το ζήτημα είναι να το κατανοήσουμε και εμείς, σε μια εποχή όπου τονίζεται από κύκλους Ευρωπαίων ιστορικών και θεολόγων ότι η παράδοση της Ευρώπης είναι «ιουδαιοχριστιανική», με προφανή στόχο να τοποθετηθεί ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία του Αβραάμ» στο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού και να αποσυνδεθεί από τον ελληνισμό.

Η συνεχής αναστροφή μας με τον ελληνοβυζαντινό πολιτισμό και την ελληνορθοδοξία είναι από μόνη της μια πράξη μαρτυρίας της αληθείας στην ανθρωπότητα.

Βασίλειος Α. Σαρρής
δρ Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ

  • Πηγή: enromiosini.gr.

ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ


Του Γεώργιου Τσούπα, αρχαιολόγος / ιστορικός

Καρβάλη

Ξέρω τι σκέφτεστε…

Πως είναι αβίωτος τούτος ο ερημότοπος. Πως τον κατοικούνε μοναχά αγρίμια και εφιάλτες. Εδώ που τα λέμε, δεν έχετε κι άδικο πολύ – με δυσκολία μεγάλη να φυτρώσει κάποιο δέντρο, πολλώ δε μάλλον άνθρωπος.
Μα να το θυμάστε πως ακόμη και το μέρος το πιο τραχύ κι αγέλαστο, υπάρχει μια λέξη πού έρχεται και το ευφραίνει. Που κάνει την άκληρη έρημο να μοιάζει με μάνα πολύστοργη.
Που κάμνει τα άνυδρα φαράγγια να μοιάζουν με αγκαλιές μυροδροσάτες.
Που κάνει τ’ αχρείαστο να μοιάζει αναγκαίο και το απελέκητο, με καλλιτεχνίας έργο σπάνιο.
Πατρίδα, είναι η λέξη.

Πατρίδα.

Κι όπως όλες τις σημαντικές λέξεις στη ζωή, έτσι κι αυτή, σαν την δακρύσεις μόνο θε να την καταλάβεις. Όπως εγώ την δάκρυσα. Όπως όλοι όσοι έφυγαν από εδώ και την θυμόντουσαν.


Μέρος πρώτο: Η Μονή

Αν έπρεπε οι τόποι να έχουν μία αρχή, ετούτο το σκαρφάλωμα είναι η αρχή ετούτου.
Να έχει το νου του πρέπει κανείς για να ανέλθει τα λαξευμένα σκαλοπάτια, γιατί είναι έτοιμα να υποχωρήσουν σε κάθε βήμα.
Κι ο άτιμος ο άνεμος που έρχεται απ’ ολούθε, σκοπό του έχει βάλει θαρρείς να σε γκρεμίσει.
Επάνω στο βράχο στέκει το κουφάρι της Μονής της Αναλήψεως.
Μία εκκλησιά κατάμονη.
Στερημένη τα πορτοπαράθυρά της, τις εικόνες της, τους πολυελαίους, τη λαλιά και την αντίληψή της. Σαν τη ρωτάς να σου απαντήσει, μήτε που ξέρει πια να ορμηνέψει την καταγωγή της – ποια είναι και ποιες συγγένειες είχε.
Αλλά θα σου τα πω εγώ που τα θυμάμαι μέσα από τις αφηγήσεις των παλαιότερων.
Τους είχα υποσχεθεί ότι μια ημέρα θα πάω σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο και όταν δίνω την υπόσχεση μου την κρατάω – Άλλη μια αλησμόνητη πατρίδα.
Προορισμένη από τον Ιωάννη Παντελεημονίδη ήταν να γίνει ιερατική σχολή.
Χτισμένη επάνω στον βράχο, καταμεσίς στις ερημιές, για να μπορεί να ακούει πιο εύκολα το Θεό και τα κελεύσματά του.
Κι ήρθαν μετά άνθρωποι ξένοι κι ήρθαν μετά καιροί πολλοί.
Και την απάλλαξαν εντελώς από τη μνήμη της. Όλα της τα έσβησαν.
Και χάσκει τώρα περιμένοντας βουβή μια οριστική δύση να την λυτρώσει. Ένα τέλος λυτρωτικό στο βάσανό της.
Δίπλα στην εκκλησιά στέκουν γυμνοί οι κοιτώνες, ορφανεμένοι κι αυτοί από την πάσα χρήση. Ουδέποτε έγινε ιερατική σχολή, εδώ επάνω.
Ανασκουμπώνομαι κι ακολουθώ το διάδρομο.
Μόνο τα βήματά μου ακούονται, οι κραυγές των πουλιών κι ο άνεμος να με σφυροκοπάει, σα να θέλει να με διώξει. Σα να μ’εμποδίζει να δω αυτό για το οποίο ήρθα.
Παγωμένα κι άδεια δωμάτια κοιτούν χωρίς να βλέπουν τον άγριο τοπίο.
Μα δεν υπάρχει τίποτε ν’αναζητήσεις εδώ. Μόνο θλίψεις. Μόνο πέτρες.
Κι όμως, σαν φθάσεις στην κορφή του υψώματος ξαπλώνεται μπροστά σου μια λίμνη και πίσω της, ο κόσμος όλος.


Μέρος δεύτερο: Η Καρβάλη

« Γκέλβερι το έλεγαν οι Τούρκοι το μέρος μας. Καρβάλη ονομαζόταν για τους δικούς μας τους προγόνους. Στο καϊμακαμλίκι του Ακσεράι ανήκαμε. Στο μουτεσαριφλίκι της Νίγδης, στο βιλαέτι τ’ Ικονίου. Εδώ στη γη της Καππαδοκίας, στην Κεντρική Μικρασία.
Τρεις χιλιάδες Έλληνες κατοικούσαμε το Γκέλβερι. Τουρκόφωνοι ήμασταν οι πιο πολλοί.
Μα Έλληνες!! Το έβλεπες στα έθιμα και στις συνήθειές μας. Το έβλεπες στον τρόπο που γράφαμε τις τούρκικες λέξεις, χρησιμοποιώντας αλφάβητο ελληνικό. Το έβλεπες στην πίστη μας. Στους γάμους, στα βαφτίσια μας, στους αγιασμούς, στις λειτουργίες μας.
Και Τούρκους είχαμε καμπόσους. Για αιώνες ζούσαμε μονοιασμένοι κι είχε ο καθείς τη δική του τη βολή. Απλοί άνθρωποι ήμασταν, μα φαίνεται πως τέτοια μονοιάσματα, άνθρωποι σαν εμάς τα χειριζόμαστε πιο γνωστικά κι από τους μορφωμένους. Με τον καιρό, σβήνει κι ο φόβος και το μίσος. Με τον καιρό απλώνει λίγο το χέρι ο ένας, λίγο ο άλλος και πιανόμαστε.
Εμπόριο κάμαμε και με μικρές βιοτεχνίες ασχολιόμασταν. Πλούσιο μέρος δεν υπήρξαμε ποτέ. Η γη μας δεν στάθηκε ουδέποτε γενναιόδωρη με τα του λόγου μας.
Εξού πριν από καιρούς, το 18ο αιώνα, πολλοί συγχωριανοί μας Καρβαλιώτες μετανάστευσαν στην Πόλη για να βρούνε την τύχη τους.
Κάποιοι εξ αυτών γυρίσανε φτασμένοι και με τις τσέπες τους γιομάτες.
Και χτίσανε όμορφα σπίτια, δίπατα. Με αυλές και με μπαλκόνια.
Με όμορφες προσόψεις και με θεόρατες πόρτες.
Με επιγραφές που σμίλευαν οι κτήτορές τους».


«Κύριε φύλαξον τούς εν’αύτη, 1892 Μαϊ 4». Σοφή ευχή, καλή ευχή.
(φωτογραφία με την ευχή σκαλισμένη επάνω από την πρόσοψη της οικίας)
Δεν έπιασε ωστόσο.
Έτος; Χίλια οκτακόσια τόσο. Μήνας; Ιούλιος. Μόνο οι ημερομηνίες έχουνε ξεμείνει στην κεφαλή της πόρτας για να θυμίζουνε τα τότες και για να ξεκαθαρίζουν ποιανού είναι.
Χορταριασμένα είναι πια τα περισσότερα από τα σπίτια τους.
Κλειδαμπαρωμένες οι αυλόπορτές τους.
Δωμάτια που κάποτε έσφυζαν από ζωή, είναι τώρα ρημαγμένα κι έχουν επιστραφεί πίσω στη φύση. Που τα κυριεύει, σβήνοντας τα σημάδια της απονιάς.


Να ψάχνει κανείς ίσιο δρόμο στην Καρβάλη, μάταιο μοιάζει.
Μόνο ανηφοροκατηφόρες θα βρει στο διάβα του και στριφογυρίσματα.
Όλα με έναν τρόπο κρέμονται, σαν εργόχειρο κεντημένο επάνω στα βράχια.
Ένα εργόχειρο καμωμένο με πόνο αιώνων.
«Πρώτα ήρθαν οι Άραβες. Ύστερα οι Σελτζούκοι και οι Οθωμανοί.
Ακρίτες ήμασταν, οι πρώτοι χαμένοι πάντα. Μυστήριο θάμα η επιβίωσή μας, μήτε μπορώ και να στο εξηγήσω. Ίσως που ήμασταν πολλοί σε τούτη την κωμόπολη. Ίσως που μείναμε μαζί. Μία κοινότητα συμπαγής κι αποφασισμένη.
Όταν επέστρεψαν εδώ οι Καρβαλιώτες από την Πόλη, αρχίνισαν να αγοράζουνε τη γη. Αλλάξανε οι όροι και πέρασαν σύντομα οι Τούρκοι στη δούλεψή μας.
Τέτοια ήταν η δύναμη και η ισχύς μας εδώ που και τους νόμους τους Οθωμανικούς, τους αψηφάγαμε.
Κι εκκλησίες χτίσαμε και ελληνικά σχολεία. Συλλόγους και συντεχνίες. Ένας Ελληνισμός άλλος από αυτόν που έχεις μάθει και συνηθίσει. Ασιατικός. Μία άλλη ποιότητα. Μία άλλη εκδοχή.
Κι ύστερα;
Ναι, ήρθαν τα ύστερα. Το είχαμε μάθει πως έγινε μέγα κακό στη Σμύρνη.
Πέρασαν όμως μήνες για να έρθει σε μας το χουνέρι.
Μήνες που δεν ελπίζαμε, που υποθέταμε και που συλλογιόμασταν. Μέχρι το 1924 που ήρθαν και μας ανακοίνωσαν πως θα γίνει ανταλλαγή. Ναι, ανταλλαγή…
Έφτασαν τότες στο χωριό μας οι Τούρκοι πρόσφυγες, ταξιδεμένοι από χιλιόμετρα πολλά μακριά. Από την Καστοριά και την Κοζάνη, είπανε. Οι δύστυχοι είχαν κακοπεράσει στη διαδρομή και έφτασαν αποστεωμένοι. Πολλοί πέθαναν δεν τους σήκωνε ο τόπος. Κάποιους φτωχούς, τους πήραμε σπίτια μας και τους ταΐζαμε, γιατί οι ντόπιοι Τούρκοι καθόλου δεν τους νοιάστηκαν.
Κι αργότερα αποφασίστηκε: κάποιες συνοικίες δικές μας έπρεπε να αδειάσουν ολότελα για να εγκατασταθούν εκεί οι πρόσφυγες.»


Μέρος τρίτο: Τρωγλοδύτες

Περίεργο θα σου φανεί μα το σκέλος του οικισμού με τους ασφαλτοστρωμένους σήμερα δρόμους ή τα παλιά λιθόστρωτα καλντερίμια, με τα δίπατα αρχοντόσπιτα με τις μεγάλες πόρτες και τις αυλές είναι το νεώτερο και λιγότερο ενδεικτικό του τρόπου που ζούσανε για αιώνες σε αυτόν τον τόπο.
Είναι ο οικισμός που χτίστηκε τον 18ο αιώνα και μετά.
Μα για να βρει κανείς την Καρβάλη και να την γνωρίσει, θα πρέπει να προσπεράσει τα τελευταία σπίτια της που βρίσκονται γαντζωμένα στις άκρες των γκρεμνών της και να κατηφορίσει μέσα στο φαράγγι που χάσκει μπροστά τους.
Να κάνει μία κατάβαση πρέπει, στα πανάρχαια σπλάχνα της.
Και να ανακαλύψει τον τρωγλοδυτικό συνοικισμό της. Με τα αμέτρητα λαξευμένα σπίτια, τα παρεκκλήσια, τους ναούς και τις στοές που σχηματίζουν σκοτεινούς λαβύρινθους βαθιά μέσα στα βράχια.
Εδώ ζούσανε από παλιά κι ακόμα παλαιότερα, από τα χρόνια τα Βυζαντινά. Ασφαλισμένοι από καιρούς κι οχτρούς και εποχές. Στις τρύπες αυτές που σκάψανε με τον δικό τους κόπο, είχανε δέσει τις ζωές τους.
Κι αν αναρωτήθηκες πριν πώς επιβιώσανε τους τόσους επιβουλάτορες, ιδού η απάντηση που γύρευες: Ασφαλισμένοι μέσα στα έγκατα της γης τους, που στα δύσκολα, σαν κήτος, τους δεχόταν στην κοιλιά της.
Τα σπίτια αυτά, τα λαξεμένα, έχουν χτιστές μονάχα τις προσόψεις τους.
Στις ταράτσες, έβαζαν χώμα και σιάχνανε κήπους κι επάνω από τους κήπους, άλλα σπίτια. Φωλιές ανθρώπων μέσα στις πέτρες.
Στο τέλος της κατεβασιάς βρίσκεται η καρδιά και η ψυχή τους.
Η αναφορά και το αγκυροβόλι τους.
Ο ναός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου!!!


Μέρος τέταρτο: Η ανταλλαγή

Ήταν σπουδαία και ξακουστή αυτή η εκκλησία. Καύχημα όλων και πατρίδα τους.
Βλέπεις, εδώ ήταν θησαυρισμένο από το 390 μ.Χ. το σκήνωμα τ’ Αγίου Γρηγορίου.
Που γεννήθηκε στο Νανζιανζό και τον ξέρουμε ως έναν από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Το καμπαναριό, το κάνανε δώρο οι κάτοικοι της Οδησσού και το περίτεχνό της τέμπλο, δώρο ο Τσάρος Νικόλαος ο Α’.
Εδώ ήρθανε κι εκείνη τη μέρα, την αποφράδα.
Όταν έφτασε επιτροπή από την Ελλάδα για να κανονίσουν την ανταλλαγή.
Τους σύστησαν να μη φοβούνται, τους ορμήνεψαν να πουλήσουνε ότι μπορούνε από την κινητή τους περιουσία και τα υπόλοιπα, μαζί τους.
Μα γίνεται να αμπαλάρεις με ένα πρόσταγμα μια ολόκληρη ζωή; Και πώς να αφήσεις τη γη αυτή που σκάβεις τόσους αιώνες, τη μόνη γη που ξέρεις;
Ναι, εδώ ήρθανε εκείνη τη μέρα, την αποφράδα.
Στην εκκλησία του Γρηγορίου Θεολόγου. Για την τελευταία λειτουργία. Πήρανε το λείψανο του Αγίου, τις εικόνες, τους πολυελαίους, τα δισκοπότηρα και τα καντήλια. Ξηλώσανε από τον τρούλο το σιδερένιο σταυρό που ζύγιζε πολλές οκάδες.
Και τα βάλανε όλα σε καμιά πενηνταριά κάσες, που ζύγιζαν η καθεμιά από 50 έως 120 οκάδες. Εκποιήσανε από τα δικά τους τα περιουσιακά όσα προλάβανε, φορτώσανε σε καμήλες ότι μπορούσανε κι αντίο.
Μα πώς να το πεις αυτό το αντίο το στερνό;
Πώς να το εννοήσεις;
Στο κατευόδιο έκλαιγαν οι Τούρκοι του Γκέλβερι μαζί τους και τους παρακαλούσαν να μη φύγουνε. Κάποιοι λιγοψυχήσανε, τους συνετίσανε οι άλλοι.
«Ρωμιοί ήμαστε, πρέπει να πάμε στους Ρωμιούς. Τουλάχιστον θα ήμαστε ανάμεσα σε χριστιανούς εκεί, πόσο να κακοπάθουμε;»
Πήρανε το δρόμο για τ΄Ακσεράι.
Μα βγήκαν μπροστά στους αραμπάδες τους Τούρκοι από τα διπλανά χωριά.
Το Περίστρεμμα και το Κιζίλκαγια.
Να ξεπληρώσουν ήθελαν τα χρέη, δίνοντας τους σιτάρι.
Μην το έχουνε βάρος στη συνείδησή τους.
Μα τί να το έκαναν το σιτάρι, φευγάτοι καθώς ήσαν;
Σαν είδαν πως η επιμονή τους, δεν έφερνε αποτέλεσμα, άρχισαν να βάζουν στα στόματα των παιδιών μπουκιές από πίτες με τυρί και μέλι.
Και όλο παρακαλούσαν:
«Φάε γιαβρίμ και πες χαλάλ!» Ορμηνέψανε τα παιδιά να δεχθούν το πεσκέσι και να τους πουν «Χαλάλ ολσούν!» Όταν τ´άκουσαν το χαλάλ οι Τούρκοι, τους αγκάλιαζαν και τους φιλούσαν από τη χαρά τους!
Σας μεταφέρω αποσπάσματα από τις διηγήσεις παλαιότερων:
«Στο Ακσεράι μείναμε μία νύχτα και κατόπιν κινήσαμε για το Έρεγλι και μετά για τη Μερσίνα, από όπου εμπαρκάραμε με πλοία πούχαν έρθει να μας πάρουν.
Εμείς μπήκαμε σε ένα πλοίο τούρκικο ναυλωμένο, άλλοι σε καράβι ρωμέικο πούχε έρθει απ΄την Ελλάδα. Τέσσερις μέρες ταξιδεύαμε στη θάλασσα – κάποιοι από εμάς, πρώτη φορά την βλέπαμε. Άχου, απέραντη μάς φάνηκε και άγρια, γιαβρίμ. Από νερό, μόνο τη λίμνη ξεύραμε που βρίσκεται μπροστά απ’ την Καρβάλη.
Καταμεσίς του πέλαου και ανοικτά της Σκύρου, καπνός πολύς αρχίνησε να βγαίνει από το αμπάρι. Φωνές πολλές και κλάματα, τρομάξαμε πως πνιγόμασταν.
Κάποιος κατάφερε και βούλωσε την τρύπα και ευτυχώς, γλιτώσαμε. Τότες είπαμε πως να, το έκαμε το θάμα του ο Άγιος πούχαμε μαζί στην κάσα!
Φθάσαμε στο Καραμπουρνού της Σαλονίκης, όπου μείναμε δυο βδομάδες σε καραντίνα. Από εκεί μας επήγαν στην Καβάλα με προορισμό ένα μέρος πούχε επιλεγεί για την εγκατάστασή μας. Τρεις μέρες περιμέναμε στην παραλία ώσπου να έρθουν και οι άλλοι δικοί μας από τον Πειραιά, αυτοί πούχαν ταξιδέψει με το ελληνικό καράβι.
Ήταν όλοι τους σε χάλια απερίγραπτα. Αγνώριστοι, συμφοριασμένοι, ισχνοί, ψειριασμένοι, κουρεμένοι, άντρες και γυναίκες. Αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε την ορφάνια μας.
Τους είπαμε εμείς τα δικά μας, μας είπαν εκείνοι τα δικά τους. Το πλοίο που τους πήρε από την Μικρασία, το έλεγαν ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ. Καπετάνιος και ναύτες ήσαν Έλληνες βασιλικοί. Τους έβριζαν και τους έλεγαν τουρκόσπορους.
Κατάβρεχαν κάθε τόσο το πάτωμα του παποριού και τα στρώματα που ήσαν ξαπλωμένοι για να αρρωστήσουνε και να πεθάνουν.
Πράγματι πέθαναν καμπόσοι, τους τύλιγαν στα στρώματά τους, τους έδεναν με σίδερα και τους πετούσανε στη θάλασσα.
Εντέλει φθάσαμε όσοι απομείναμε ζωντανοί στο χώρο που μας υπέδειξαν.
Δέκα χιλιόμετρα ανατολικά από την Καβάλα, σε μια τοποθεσία που ήταν άλλοτε τσιφλίκι ενός κάποιου Σισμάνογλου. Πούχε σιάξει το σανατόριο.
Μα ήταν το μέρος δύσβατο, κατσαρό, βαλτώδες. Γιομάτο θάμνους ακανθωτούς. Που έσκιζαν τα ρούχα μας σαν κάμαμε να πάμε από το ένα τσαντίρι στο άλλο. Κι ύστερα ήρθε το κρύο και η βροχή. Κι ένας αέρας παγωμένος. Όλα επάνω μας, σ’εμάς τους εκτεθειμένους τρωγλοδύτες. Που ήμασταν πια ξένοι παντού. Καμπόσοι δεν άντεξαν και πέθαναν.
Το Μάη μήνα κατεβήκαμε κοντά στη θάλασσα. Και είπαμε πως είτε θα πεθάνουμε, είτε θα ζήσουμε, ενδιάμεσο δεν έχει.
Και χτίσαμε μια δεύτερη πατρίδα να κατοικήσουμε. Όχι εύκολο δεν ήταν.
Μα όταν ο άνθρωπος δεν έχει επιλογές, απλώς να προσπαθήσει του απομένει.
Μας πήρε μήνες και χρόνια. Μας πήρε ζωές ολόκληρες. Αλλά εντέλει τον πρασινίσαμε τον τόπο. Μεγαλώσανε τα δέντρα και καρποφόρησαν οι κόποι. Και το βαφτίσαμε το μέρος, Νέα Καρβάλη».


Επιμύθιο: Η πατρίδα

Στέκομαι σιωπηλός στο κέντρο του Ναού του Άγιου Γρηγορίου του Θεολόγου, εδώ στην Καρβάλη, που είναι πλέον τζαμί. Κι έχει στρωθεί το δάπεδό του με χαλιά για την προσευχή των μουσουλμάνων.
Παρατηρώ τον άμβωνα που παραμένει σχεδόν άθικτος.
Να τον κουβαλήσουν οι Καρβαλιώτες δεν μπόρεσαν. Διεσώθη όμως. Και να τον δεις μπορείς ακόμα, σαν έρθεις μέχρις εδώ.
Ύστερα το βλέμμα μου υψώνεται στον ασβεστωμένο τρούλο.
Γύρω του στριφογυρίζει η ιστορία αυτού του τόπου.
Οι άνθρωποι που λάξευαν μία πατρίδα μέσα στους βράχους.
Που γράφανε τα τούρκικα με ελληνικά γράμματα.
Που Ακρίτες ήσαν πάντοτε κι Ακρίτες παραμείναν.
Μια σκάλα υπόγεια οδηγεί έξω από τον ναό, σε μία κατασκότεινη αίθουσα που το αγίασμα ακόμα αναβλύζει.
Συνεχίζει αυτός ο τόπος να δακρύζει.
Περπατώ στην αυλή του ναού, ανάμεσα στις τόσες ταφόπλακες με τους σταυρούς και αναγνωρίζω ονόματα. Τα διαβάζω μεγαλόφωνα για να ακουστούν ξανά, έστω και μια φορά, σε αυτή την ησυχία.
Λες και καλώντας τα ονόματά τους, ανατρέπω για μια στιγμή τη λήθη τους.
Ανακαλώ τη θύμησή τους.
Κοιτάζω για μία φορά ακόμη την Καρβάλη. Που στέκει σαν σκηνικό υπερβατικό, σαν μια πατρίδα άδεια.
Και την ευχαριστώ.
Που μου έδειξε και μου έμαθε από την αρχή, πως ακόμα κι ερημότοποι αβίωτοι όπως ετούτο, ακόμα και μέρη που τα κατοικούνε αγρίμια κι εφιάλτες, ακόμα κι εποχές που μετριούνται από τον ένα επιβουλάτορα στον επόμενο, μπορούν να ανθίσουν.
Και να γενούν πατρίδες.
Και όταν αυτό το καταλάβεις, τότες όλα πιο όμορφα, σου φαίνονται. Πιο ήσυχα, πιο ήρεμα κι απλά. Μαλακώνει το μέσα σου και βρίσκει ο πόνος, παρηγοριά.

 

Η Φοινικική καταγωγή τού Ελληνικού αλφαβήτου


Βασίλειος Αργυρόπουλος Γλωσσολόγος

Πηγή: Απόσπασμα από το γλωσσολογικό ιστότοπο: http://www.geocities.com/vasargyr

Ορισμένοι φανατικοί τού Νεοπαγανισμού, αν κάτι δεν έχει αρχίσει εδώ στην Ελλάδα… κάτι παθαίνουν! Δεν μπορούν να διανοηθούν ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΙ από τους άλλους λαούς. Το ρατσιστικό τους ένστικτο τους οδηγεί ακόμα και σε σκοταδιστική άρνηση τής επιστήμης, για να στηρίξουν τον υπερτροφικό εγωισμό τους, κατ’ εικόνα τών δαιμονικών θεών τους. Κι όμως! Όπως φαίνεται από τα ντοκουμέντα τού κου Αργυρόπουλου στο ακόλουθο άρθρο, το Ελληνικό αλφάβητο ΕΙΝΑΙ Φοινικικής προέλευσης, όσο κι αν λυσσάνε γι’ αυτό.

Στην ιστορία της Ελληνικής υπάρχουν δύο γνωστές περιπτώσεις ορθογραφικής μεταρρύθμισης, που αποσκοπούσε στη μείωση της απόστασης μεταξύ της προφοράς και της γραφής:

α) η πρώτη ήταν η εισαγωγή των φωνηέντων στη γραφή: οι Έλληνες γύρω στο 1450-1200 π.Χ. χρησιμοποιούσαν τη Γραμμική Β΄, ένα ατελές συλλαβογραφικό σύστημα γραφής. Σε αυτό, δεν υπήρχαν σύμβολα που να αντιπροσωπεύουν τα φωνήεντα× απεναντίας, ένα συλλαβόγραμμα, π.χ. το πε, μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σειρά από συλλαβές, όπως πε, φε, πη, βη κ.λπ., πράγμα που προκαλούσε δυσχέρειες στην ανάγνωση (για τη Γραμμική Β΄, βλ. Chadwick 2001: 200-203). Ειδικά στην Ελληνική, όμως, τα φωνήεντα ήταν απαραίτητο να δηλωθούν και για έναν επιπρόσθετο λόγο: γιατί απαρτίζουν πολλά κλιτικά προσφύματα ικανά να διαφωτίσουν για τη συντακτική λειτουργία των λέξεων στην πρόταση, δεδομένου ότι η σειρά των όρων στην Ελληνική είναι ελεύθερη (Cohen 1958: 150).

Προκειμένου να δηλώσουν τους φωνηεντικούς φθόγγους της γλώσσας τους, οι Έλληνες δανείστηκαν ορισμένα σύμβολα από τη γραφή των Φοινίκων, τα οποία εκεί αντιπροσώπευαν συμφωνικούς φθόγγους, αφού βασικό χαρακτηριστικό της γραφής αυτής ήταν η απουσία των φωνηέντων (Diringer 1968: 165- 167, Naveh 1982: 62). Ας σημειωθεί ότι ένα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ελληνικό αλφάβητο έχει βορειοσημιτική / φοινικική προέλευση είναι η (μη ελληνική) ονομασία – και η ακλισία – των γραμμάτων (Χατζιδάκις 19242: 36-37, Cohen 1958: 145, Gelb 19632: 176, Diringer 1968: 358, Jensen 19703: 453)× τα ονόματα άλφα, βήτα, γάμμα κ.λπ. δεν ετυμολογούνται από την Ελληνική, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν κλίνονται στη γλώσσα αυτήν. Στη Φοινικική, αντίθετα, το ’aleph- άλφα σημαίνει «βόδι», το bêt- βήτα «το σπίτι», το gimel- γάμμα «καμήλα» (εβρ. gāmāl, αραμαϊκό gamlā), το dālet (ή dāleth)- δέλτα «θύρα» (ΛΝΕΓ) κ.λπ.

Επίσης, αποκαλυπτικό είναι και το γνωστό χωρίο του Ηροδότου (5, 58) για την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από το φοινικικό: «οι δε Φοίνικες ούτοι οι συν Κάδμω απικόμενοι […] άλλα τε πολλά […] εσήγαγον διδασκάλια ες τους Έλληνας και δη και γράμματα, ουκ εόντα πριν Έλλησι ως εμοί δοκέειν, πρώτα μεν τοίσι και άπαντες χρέωνται Φοίνικες· μετά δε χρόνου προβαίνοντος άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων» (ας σημειωθεί ότι είναι ατυχής η προσπάθεια να αποδοθεί άλλη σημασία στη λέξη γράμματα του αρχαίου κειμένου, όπως «νομίσματα». Τα συμφραζόμενα συνηγορούν στη χρήση από τον Ηρόδοτο της λέξης γράμματα με τη σημασία «γράμματα»). Η εν λόγω μεταρρύθμιση, που αποσκοπούσε στην τελειοποίηση του ελληνικού συλλαβογραφικού συστήματος γραφής, σήμανε τη δημιουργία από τους Έλληνες της πρώτης στον κόσμο αλφαβητικής γραφής (alphabetic writing), αυτής δηλ. που σύμφωνα με τον Gelb (19632: 248) εμφανίζει κατά κανόνα αντιστοιχία φωνημάτων-γραφημάτων.

Αυτή είναι η απάντηση στο δημαγωγικό ερώτημα πώς είναι δυνατόν οι Έλληνες με τον τόσο προηγμένο πολιτισμό τους να μην έγραφαν και να δανείστηκαν από άλλον λαό σύστημα γραφής… Ο Robins (1989: 28) μάλιστα, θέλοντας να εξάρει τη σημασία της μεταρρύθμισης αυτής, τη χαρακτηρίζει «το πρώτο γλωσσολογικό επίτευγμα στην Ελλάδα» κατά την αρχαιότητα (για την καταγωγή του αλφαβήτου, βλ. και: Jeffery 1961: 1- 21, Higounet 1964: 58- 61, Μπαμπινιώτη 1985 α: 80-86, 1986, 1993, Βουτυρά 2001: 210-217).

Διαφορετικό θέμα είναι η προέλευση του ίδιου του φοινικικού αλφαβήτου, εφόσον σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές δεν είναι οι Φοίνικες επινοητές του συστήματος γραφής που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα – αυτό γράφει και ο Διόδωρος Σικελιώτης (5, 74, 3-4) σε χωρίο που συνεχώς επικαλούνται οι εθνικιστές, αλλά απλώς επιβεβαιώνει την κρατούσα επιστημονική άποψη. Για την προέλευση του φοινικικού αλφαβήτου έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις, όπως η σύνδεσή του με την αιγυπτιακή ή τη βαβυλωνιακή γραφή, με προϊστορικά γεωμετρικά σημεία, με τις κρητικές γραφές κ.ά. – έχει αναφερθεί από τους εθνικιστές ότι ο Α. Evans απέδειξε και υποστήριξε κατηγορηματικά την προέλευση του φοινικικού αλφαβήτου από τις μινωικές γραφές, πράγμα ανακριβές, εφόσον μάλιστα οι κρητικές αυτές γραφές, Ιερογλυφική και Γραμμική Α΄, δεν έχουν καν αποκρυπτογραφηθεί. Eιδικά για τη Γραμμική Α΄ (1700-1450 π.Χ.), ο Μαγουλάς (βλ. Οικονόμο 1993: ix-x) σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «δεν έχει αναγνωσθεί, παρ’ όσα λέγονται κατά καιρούς από μερικούς ευφάνταστους» (για τις προϋποθέσεις μιας επιτυχημένης αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Α΄, βλ. Duhoux 2001: 182).

Οι Πελασγοί


Σχετική εικόνα
(Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το «Λεξικό των αρχαίων Ελληνικών και περι-ελλαδικών φύλων» του Δημητρίου Ε. Ευαγγελίδη – Β΄ Έκδοση συμπληρωμένη)

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ Ερμού 61 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Πελασγοί: Πανάρχαιος, προελληνικός λαός, αριοευρωπαϊκής καταγωγής, εντοπιζόμενος όχι μόνον στον ελλαδικό χώρο αλλά και σε γειτονικές περιοχές.
Αναφέρονται στην Ιλιάδα (Β 840) ως σύμμαχοι των Τρώων, με αρχηγό τον Ιππόθοο. Ο Ηρόδοτος (Α΄ 57) πάντως ξεκαθαρίζει με συγκεκριμένες αναφορές ότι οι Πελασγοί μιλούσαν βαρβαρική γλώσσα «…ήσαν οι Πελασγοί βάρβαρον γλώσσαν ιέντες…» και επομένως δεν ήσαν Έλληνες.
Αργότερα όμως επεκράτησε αρκετή σύγχυση μεταξύ των αρχαίων Ιστορικών όπως ο Έφορος (4ος αιώνας π.Χ.) τον οποίο μνημονεύει ο Στράβων (Ε΄ ΙΙ. 4) και ο οποίος θεωρούσε ότι ήσαν Αρκάδες. Ο ίδιος ο Στράβων (ό. π.) αναφέρει ότι «…όλοι συμφωνούν ότι οι Πελασγοί ήταν ένα αρχαίο φύλο σκορπισμένο σε όλη την Ελλάδα και μάλιστα στους Αιολείς της Θεσσαλίας … πολλοί ονομάζουν και τα Ηπειρωτικά γένη, Πελασγικά, επειδή οι Πελασγοί είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους μέχρι εκεί…». Ο Στράβων θεωρεί ως πηγή του Εφόρου, τον Ησίοδο, ο οποίος σε κάποιον στίχο του κατέγραψε την παράδοση που ήθελε τον Λυκάονα, τον μυθικό οικιστή πολλών αρκαδικών πόλεων, ως γιο του Πελασγού, του γενάρχη των Πελασγών.
Πρέπει να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό, ότι οι Αρκάδες, μετακινούμενοι νοτιότερα (γύρω στο 1900 π.Χ.) από την περιοχή της αρχικής τους εγκατάστασης (στην δυτική Μακεδονία), μετανάστευσαν στην κεντρική Πελοπόννησο, όπου και εγκαταστάθηκε τελικώς ο κύριος όγκος τους. Εκεί, οι Αρκάδες θα αφομοιώσουν τους παλαιότερους κατοίκους της κεντρικής Πελοποννήσου, που οι περισσότεροι ήσαν Πελασγοί. Με αυτόν τον τρόπο εμφανίσθηκαν αργότερα ως αρκαδικοί μύθοι οι διάφορες πελασγικές παραδόσεις για τον Πελασγό και πιστεύτηκε ότι οι Αρκάδες ήσαν εξελληνισμένοι Πελασγοί.
Εκτεταμένες αναφορές για τους Πελασγούς γίνονται και από τον όχι ιδιαίτερα αξιόπιστο (μια και ο στόχος του ιστορικού του έργου ήταν να αποδείξει ότι οι Ρωμαίοι ήσαν ελληνικής καταγωγής!) Διονύσιο Αλικαρνασσέα, ιστορικό του 1ου αιώνα π.Χ. Σύμφωνα λοιπόν με την εξιστόρησή του (Ρωμαϊκή αρχαιολογία, Α΄ XVII-ΧΧ), οι Πελασγοί κατάγονταν από την Πελοπόννησο, όπου ζούσαν στην περιοχή του Άργους, θεωρούμενοι αυτόχθονες και είχαν πάρει το όνομά τους από τον βασιλιά τους Πελασγό, γιο του Δία και της Νιόβης, κόρης του Φορωνέα. Μετά από έξη γενιές εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο και μετανάστευσαν στην Θεσσαλία, που τότε λεγόταν Αιμονία (από τους αρχαιότερους κατοίκους της, τους Αίμονες). Παρέμειναν εκεί για πέντε γενιές και στην διάρκεια της έκτης, εκδιώχθηκαν από τους Κουρήτες και τους Λέλεγες, οι οποίοι, κατά τον Διονύσιο, ονομάζονται πλέον Αιτωλοί και Λοκροί, καθώς και από πολλούς άλλους, που κατοικούσαν κοντά στον Παρνασσό. Επί κεφαλής όλων αυτών των εχθρών τους ήταν ο Δευκαλίων, ο γιος του Προμηθέα. Τελικώς οι Πελασγοί αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν και κάποιοι πήγαν στην Κρήτη, άλλοι κατέλαβαν ορισμένα νησιά των Κυκλάδων, άλλοι εγκαταστάθηκαν κοντά στον Όλυμπο και την Όσσα, ενώ άλλοι πήγαν στην Βοιωτία, την Φωκίδα και την Εύβοια. Ορισμένοι πέρασαν στην Μ. Ασία και κατέλαβαν πολλές περιοχές στα παράλια του Ελλησπόντου και κοντινά νησιά, όπως η Λέσβος, όπου εγκαταστάθηκαν αρκετοί. Το μεγαλύτερο μέρος πάντως των Πελασγών κατέφυγε στο εσωτερικό και αναζήτησε καταφύγιο στην περιοχή της Δωδώνης, στους συγγενείς τους, αλλά επειδή η περιοχή δεν μπορούσε να τους θρέψει όλους, εγκατέλειψαν την χώρα και υπακούοντας σε κάποιον χρησμό κατευθύνθηκαν στην Ιταλία, που τότε ονομαζόταν Σατορνία.
Όπως έχει διαπιστωθεί από ειδικούς επιστήμονες-ερευνητές (βλ. Edith Hall: When a Myth is not a Myth? στο εξαιρετικό συλλογικό έργο “Black Athena Revisited” – «Η αναθεώρηση της Μαύρης Αθηνάς» – London 1996, σελ. 340), η «εφεύρεση» των Πελασγών προήλθε ουσιαστικά από ένα απόσπασμα του σπουδαίου Γεωγράφου και Ιστορικού του 6ου / 5ου αιώνα π.Χ. Εκαταίου του Μιλήσιου, ο οποίος πιθανόν ανέπτυξε διεξοδικότερα τις σχετικές ομηρικές αναφορές στους Πελασγούς (Ιλιάς, Β 681-684). Υπενθυμίζουμε ότι στην Ιλιάδα οι Πελασγοί ήσαν σύμμαχοι των Τρώων, άρα εχθροί των Ελλήνων.
Εκείνος όμως που διέδωσε την θεωρία περί «αυτοχθόνων» Πελασγών (κατά τον Ησίοδο, ο γενάρχης τους Πελασγός ήταν αυτόχθων – Απολλόδωρος, Β΄ 1.1) ήταν ο Ηρόδοτος, ο οποίος ανέφερε (Ιστοριών, Α΄ 57) ότι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος ήσαν οι Πελασγοί, οι οποίοι δεν μιλούσαν ελληνικά και οι οποίοι εκτοπίσθηκαν στην συνέχεια από τα διάφορα ελληνικά φύλα, όπως π.χ. στην Σπάρτη όπου εκτοπίσθηκαν από τους Δωριείς, οι οποίοι ήσαν γνήσιοι Έλληνες (Α΄ 56). Στην συνέχεια, στον μεν κυρίως ελλαδικό χώρο, η ελληνική γλώσσα διαδόθηκε στους αυτόχθονες Πελασγούς, αλλά σε άλλες περιοχές, όπως ο Ελλήσποντος, η Θράκη, η Σαμοθράκη, η Λήμνος, η Ίμβρος και η Τρωάδα (Β΄ 51, Δ΄ 145, Ε΄ 26, Ζ΄ 42), οι Πελασγοί εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν την «βάρβαρη» γλώσσα τους. Επί πλέον σε έργα του Σοφοκλή και του Ελλάνικου οι «βάρβαροι» Πελασγοί ταυτίζονται με τους Τυρρηνούς / Τυρσηνούς (Ετρούσκους). Ένας μυθογράφος, ο Ακουσίλαος από το Άργος, σύγχρονος περίπου με τον Ηρόδοτο, ήταν ο πρώτος που νομιμοποίησε την παλαιότητα των Πελασγών αναφέροντας τον Πελασγό, τον γενάρχη των Πελασγών (αντίθετα από τον Ησίοδο), ως γιο του Δία και αδελφό του Άργου, μυθικού βασιλέα της πόλης, με στόχο να αποδείξει την αρχαιότητα του Άργους και των κατοίκων του. Έτσι, το Άργος αναφέρεται συχνά στις τραγωδίες ως «Πελασγικόν», ενώ οι Αρκάδες και οι Αθηναίοιγια να αποδείξουν το «αυτόχθον» της προέλευσής τους ανήγαγαν την καταγωγή τους σε Πελασγούς προγόνους.
Αργότερα, ο κορυφαίος Ιστορικός της αρχαιότητος, ο Θουκυδίδης, υποστήριξε (Ιστορία, Α΄ 2) ότι η χώρα «η νυν Ελλάς καλουμένη» δεν ήταν μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλά υπήρχαν συχνές μεταναστεύσεις λαών και ότι (Α΄ 3) διάφοροι λαοί, όπως ο Πελασγικός, είχαν δώσει το όνομά τους σε μεγάλες περιοχές της χώρας, που αργότερα ονομάσθηκε Ελλάς, από τον Έλληνα, τον γιο του Δευκαλίωνος.
Τέλος, ο Ιστορικός Έφορος (400-330 π.Χ.) από την μικρασιατική Κύμη, ανέπτυξε μια θεωρία για τους Πελασγούς παρουσιάζοντάς τους ως έναν πολεμικό λαό, που ξεκίνησε από την «Πελασγική πατρίδα» για να κατακτήσει και αποικίσει όλες εκείνες τις περιοχές της Ελλάδος, στις οποίες προηγούμενοι συγγραφείς είχαν ανακαλύψει μνείες γι’ αυτούς, από την Δωδώνη μέχρι την Κρήτη και την Τρωάδα.
Η νομαδικότητα των Πελασγών υπήρξε αφορμή για παρετυμολογίες, όπως του Αθηναίου Φιλόχωρου (3ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος, παίρνοντας αφορμή από την ονομασία «Πελαργοί», μια λαϊκή παρετυμολογία των Πελασγών, διατύπωσε την θεωρία ότι οι Πελασγοί μετακινούνταν εποχιακά, όπως οι πελαργοί.
Η σύγχυση πάντως μεταφέρθηκε και στους νεώτερους χρόνους με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται διάφορες, ανυπόστατες κατά κανόνα θεωρίες για την σχέση των Πελασγών με τους Έλληνες. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε λίγο την παραφιλολογία που έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια γύρω από το θέμα της ύπαρξης των Πελασγών και της σχέσης τους με τα ελληνικά φύλα της Αρχαιότητας.
Από τις διάφορες επιστημονικές υποθέσεις που διατυπώθηκαν κατά καιρούς για το ζήτημα, θα αναφέρουμε τις δύο νεώτερες :
Η πρώτη και επικρατέστερη μέχρι σήμερα, θεωρεί τους Πελασγούς ως ένα προελληνικό Ινδοευρωπαϊκό (Αριοευρωπαϊκό) λαό, ο οποίος εξαπλώθηκε βαθμιαία στα νότια της Χερσονήσου του Αίμου και στην Δυτική Μικρά Ασία για να συγχωνευθεί με την πάροδο του χρόνου με τους γηγενείς κατοίκους των περιοχών όπου εγκαταστάθηκε.
Υπολογίζεται ότι η εμφάνισή του στον Ελλαδικό χώρο πρέπει να έγινε στο τέλος της Νεολιθικής Εποχής (γύρω στο 2900/2800 π.Χ.), την ίδια περίοδο με την εμφάνιση και εγκατάσταση και των υπόλοιπων προελληνικών Αριοευρωπαϊκών φύλων όπως οι Αίμονες, οι Καδμείοι, οι Δρύοπες, οι Άονες, οι Ύαντες, οι Τέμμικες, οι Καύκωνες κ.λ.π. Οι Πελασγοί μιλούσαν μια γλώσσα που διέφερε σαφώς από την Ελληνική. Οι Έλληνες της κλασσικής εποχής γνώρισαν Πελασγούς τον 5ο αιώνα π.Χ. εγκατεστημένους στην Κρηστωνία της ανατολικής Μακεδονίας (*) και στην Προποντίδα, ανατολικά από την Κύζικο (Πλακία και Σκυλάκη – Ηρόδοτος Α΄ 57 και Ι.Ε.Ε. τόμ. Α΄, σελ. 360). Πρόσεξαν ότι οι δύο αυτοί λαοί παρά την μεγάλη απόσταση που τους χώριζε, μιλούσαν την ίδια γλώσσα η οποία μάλιστα διέφερε από τις γλώσσες των γειτονικών λαών, δηλαδή των Τυρσηνών (ή Τυρρηνών), των Θρακών και των Φρυγών.
____________________________________
(*) Παλαιότερα, οι ερμηνευτές και σχολιαστές του Ηροδότου, υποστήριζαν την άποψη ότι αναφερόταν στην πόλη Κρότωνα (καμιά σχέση με τον Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδος)/Κορτόνα (Cortona) της κεντρικής Ιταλίας, κοντά στην λίμνη Τρασιμένη. Βλ. σχετικές λεπτομέρειες στην υποσημείωση 125 στο τέλος του τόμου Ι, των «Ιστοριών» του Ηροδότου της έκδοσης «Γκοβόστη», Αθήνα 1964.

Βεβαίως οι Έλληνες είχαν γνωρίσει τους Πελασγούς, όχι μόνον την εποχή της καθόδου των Ελληνικών φύλων στον Ελλαδικό χώρο, αλλά και αργότερα, την περίοδο των αναστατώσεων της μεταβατικής περιόδου από την Χαλκοκρατία (=Εποχή του Ορειχάλκου) στην Εποχή του Σιδήρου (γύρω στο 1200 π.Χ.), όταν στίφη Θρακών και Πελασγών έφθασαν στην Νότια Ελλάδα προερχόμενα από την Θράκη. Τα παλαιότερα Πελασγικά φύλα στην Ηπειρωτική Ελλάδα είχαν απορροφηθεί μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής (=τέλος της Χαλκοκρατίας). Επί πλέον, όπως προαναφέραμε, η Ομηρική παράδοση αναφέρει τους Πελασγούς ως συμμάχους των Τρώων, στους οποίους μάλιστα προσέφεραν και στρατιωτική βοήθεια εναντίον των Αχαιών στα γεγονότα του Τρωϊκού πολέμου και τοποθετεί την χώρα τους στα Θρακικά παράλια του Ευξείνου Πόντου.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η πρώτη υπόθεση για την προέλευση και εθνογλωσσική θέση των Πελασγών είναι και η πιο πειστική.
Η δεύτερη υπόθεση (μάλλον προϊόν Πανιλλυρικών απόψεων), συνδέει τους Πελασγούς με τους Ιλλυριούς και τους θεωρεί συγγενικό φύλο ή παρακλάδι των Ιλλυριών, αλλά σήμερα η επιστημονική κοινότητα και οι ειδικοί απορρίπτουν αυτήν την εκδοχή.
Κατά την άποψή μας, η πλέον σοβαρή και επιστημονική αντιμετώπιση του ζητήματος των Πελασγών έγινε από τον καθηγητή και Ακαδημαϊκό Μιχ. Σακελλαρίου (βλ. Ι.Ε.Ε. τομ. Α΄, σ.358-360) ο οποίος υποστήριξε τα εξής:
«…Μόλις το 1958 συσχετίσθηκε το όνομα των Πελασγών με την «πελασγική γλώσσα», όταν δηλαδή διατυπώθηκε η υπόθεση ετυμολογίας του ονόματος από Ινδοευρωπαϊκές (Σημ. ΔΕΕ=αριοευρωπαϊκές) ρίζες σύμφωνα με φωνητικούς νόμους που είχαν ήδη διαπιστωθεί ως νόμοι της «πελασγικής». Αυτές οι ινδοευρωπαϊκές ρίζες είναι bhel – «ανθώ, ακμάζω» και osgho – «κλάδος».
Ένα σύνθετο bhel – osgho – s , που θα σήμαινε «ανθισμένο κλαδί», έγινε Πελασγός, με μια σειρά μεταβολών: έλλειψε η δασύτης από το bh γιατί ακολουθούσε το επίσης δασύ gh , το b εξελίχθηκε σε π, το gh έγινε γ, το ο μεταβλήθηκε σε α. Αυτή η ετυμολογία είναι απόλυτα ικανοποιητική από φωνητική άποψη: εξηγούνται όλες οι μεταβολές σύμφωνα με νόμους που δεν διατυπώθηκαν επίτηδες (πράγμα που, δυστυχώς, γίνεται αρκετά συχνά), αλλά είχαν ήδη παρατηρηθεί στα κατάλοιπα του προελληνικού ινδοευρωπαϊκού υποστρώματος…
…Το πρόβλημα της εθνικής θέσεως των Πελασγών μπορεί να προσεγγισθεί με αφετηρία ωρισμένα στοιχεία των παραδόσεων για τον ήρωα Πελασγό, επώνυμο του λαού. Σύμφωνα με μύθους της Αρκαδίας, του Άργους και της Θεσσαλίας, τριών διαφορετικών χωρών, που όμως είχαν κατοικηθεί από Πελασγούς, ο ήρωας Πελασγός συνδέεται με προόδους στη διατροφή των ανθρώπων: στο Άργος και στη Θεσσαλία με την καλλιέργεια των δημητριακών και την παρασκευή ψωμιού, στην Αρκαδία με την ανακάλυψη της θρεπτικής αξίας του καρπού της βαλανιδιάς. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχαία ελληνική λέξη για την βαλανιδιά, δρυς, παράγεται από μια ινδοευρωπαϊκή ρίζα που σήμαινε γενικότερα «δένδρο». Με αφετηρία αυτά τα στοιχεία μπορούμε να εικάσουμε ότι ο Πελασγός, πριν γίνει ήρωας, ήταν η προσωποποίηση ενός βλαστικού πνεύματος που έκανε δένδρα και στάχυα να παράγουν καρπούς. Ακόμη πιο παλαιά αυτό το πνεύμα θα ταυτιζόταν με κάθε δένδρο και φυτό.
Ένας πολύ αρχαίος ποιητής, ο Άσιος, μας λέει ότι η γη «ανέδωκε» τον Πελασγό στα βουνά τα σκεπασμένα από υψίκομα δένδρα. Η λέξη «ανέδωκε» φέρνει στο νου την εικόνα ενός φυτού που προβάλλει από την γη και η χρήση του πληθυντικού για τα βουνά μας εμποδίζει να αντιληφθούμε την γέννηση του Πελασγού ως γεγονός που έγινε μια μόνη φορά σε ωρισμένο τόπο και ωρισμένο χρόνο και εξυπακούει μάλλον την γένεση κάθε δένδρου.
Η σχέση του Πελασγού με την βλάστηση προκύπτει και έμμεσα: σύμφωνα με μια παράδοση, ίσως θεσσαλική, ο Πελασγός είχε ένα γιο που λεγόταν Χλωρός. Τέλος είναι χρήσιμη η μαρτυρία του Πλινίου ότι ένα είδος δάφνης λεγόταν pelasgum. Το πρώτο κέρδος που αποκομίζουμε από τα προηγούμενα είναι ένα στοιχείο της θρησκείας των Πελασγών. Το δεύτερο είναι η σύναψη των Πελασγών με το προελληνικό ινδοευρωπαϊκό (αριοευρωπαϊκό) υπόστρωμα, γιατί η παλαιά ιδιότης του Πελασγού ως βλαστικού πνεύματος ταιριάζει με τις σημασίες που εξυπακούονται από την αναγωγή του ονόματος Πελασγός στον τύπο bel – osgho -. Η ρίζα bel- δεν σημαίνει μόνον «ανθώ», αλλά και «βλαστάνω», «φουσκώνω», «πρασινίζω».
«Πελασγός» θα ήταν λοιπόν αρχικά το κλαδί την εποχή της φυλλοφορίας και της ανθοφορίας και έπειτα το πνεύμα που έκαμε τα κλαδιά να βγάζουν φύλλα και άνθη. «Πελασγοί» ήταν οι άνθρωποι που απένεμαν λατρεία σ’ αυτό το πνεύμα και πίστευαν ότι υπήρχαν χάρη σ’ αυτό…
…Διάφορες ελληνικές παραδόσεις τοποθετούν τους Πελασγούς αμέσως πριν από τους Αρκάδες στην Αρκαδία, από τους Δαναούς στο Άργος, από τους Ίωνες στην Β. Πελοπόννησο και στην Αττική, από διάφορα ελληνικά φύλα στην Θεσσαλία. Επειδή οι Δαναοί, έφθασαν στο τέλος της δευτέρας φάσεως της Πρωτοελλαδικής και τα άλλα ελληνόγλωσσα φύλα στο τέλος της τρίτης και από την άλλη μεριά, η Πρωτοελλαδική Εποχή παρουσιάζει μια ενότητα πολιτισμού σ’ όλη την διάρκεια της, είναι εύλογο να υποθέσει κάποιος ότι οι Πελασγοί εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα από την αρχή αυτής της εποχής, δηλαδή σύγχρονα ή σχεδόν σύγχρονα με τους Αίμονες
…».
Οι Πελασγοί θα αφομοιωθούν και θα εξαφανισθούν από τον ελλαδικό χώρο μέχρι τα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ.
Δ.Ε.Ε.

Strange, But Successful War Strategies—Divide Yourself And Conquer


The Byzantine Battle of Arcadiopolis

In the spring of 970 CE, the Byzantine Empire found itself in a precarious situation. Svyatoslav I, leader of the Rus (centered around Kiev) had conquered much of Bulgaria and was looking to acquire even more land. Other Bulgarians, still under the imperial fist of the Byzantines, saw in Svyatoslav a chance to find freedom. With a coalition army of Bulgarians, Pecheneg (Turkish Nomads) mercenaries, and his own Rus forces, Svyatoslav invaded the Byzantine province of Thrace (approximately Bulgaria). With a possible force of 30,000 men, they conquered the fortified city of Philippoupolis (modern-day Plovdiv, Bulgaria), and began to raid and plunder their way toward Constantinople (modern-day Istanbul), the Byzantine Empire’s capital.

(Svyatoslav by Fedor Solntsev, 1869, via creative commons and NYPL Digital Library)

The Byzantines were not prepared for this invasion. Only a year earlier, in 969 CE, a Byzantine emperor was assassinated. The new emperor, John Tzimiskes, was in the midst of reasserting his empire’s stability when Svyatoslav, and his large coalition army, invaded the Byzantine Empire’s western front. Even worse for the Byzantines, most of the imperial forces were in the Middle East, a long march away from the threatened capital of Constantinople.

(Svyatoslav’s meeting with John Tzimiskes by Klavdiy Lebedev c. 1880, via Creative Commons)

With Svyatoslav’s coalition approaching steadily toward the capital, Emperor John Tzimiskes scrambled to muster a force capable of harrying and halting the 30,000 man-strong enemy force. The area around Constantinople and Thrace was able to scrounge together a force of around 10,000 to 12,000 soldiers. This was only 1/3 of the approaching combatants, but this small contingent of men was made of disciplined veterans. Emperor Tzimiskes gave the command of this emergency force to Bardas Skleros (the emperor’s brother-in-law) and Peter Phocas.

The Byzantine defenders and Svyatoslav’s coalition army clashed near Arcadiopolis (modern city of Luleburgaz, Turkey). The battle that occurred there would take the name of the region—the 970 CE Battle of Arcadiopolis. The region of the battle is west of modern-day Istanbul, and is almost exactly in the center of the Turkish land holdings west of the Bosphorus Strait. At the time of the battle, the land was covered with substantial forest and brush. It was in this landscape Bardas Skleros found Svyatoslav’s coalition encamped.

(Location of Acadiopolis/Lulburgaz on Google Maps)

The different groups making up Svyatoslav’s expansive army seemed to camp independently of each other. The camps were far enough apart to give a semblance of isolation, but close enough to allow the rest of Svyatoslav’s army to respond to threats. For a reason unknown to historians, Bardas Skleros chose to target the Pecheneg camp for the Battle of Arcadiopolis.

If you were Bardas Skleros in 970 CE, what you do next? The Byzantines were heavily outnumbered. Perhaps, you would find a more defendable choke point where Svyatoslav’s number advantage could be negated. Not Bardas Skleros—he did the opposite.

Skleros decided to divide his already outnumbered force into three divisions. Bardas Skleros commanded the smallest section, a maximum 3,000 men. The two other divisions, probably around 4,500 men each, hid themselves in the forests to the left and right of Skleros’ personally-led force. With his small command in tow, Bardas Skleros crept toward Svyatoslav’s encampment—which, mind you, may have numbered up to 30,000 soldiers.

Understandably, when the Pecheneg camp saw Skleros and his small troop of men, they immediately moved to engage the Byzantines—without waiting for the Rus or the Bulgarians to provide reinforcements. The Pechenegs relentlessly attacked the 3,000 Byzantine soldiers. Bardas Skleros repeatedly ordered disciplined withdrawals, only to have his men charge back at the pursuing Pecheneg soldiers. Skleros’ 3,000 kept from being overwhelmed, but the Pecheneg pressure was strong enough to keep pushing the Byzantine line ever backward. Unbeknownst to the Pecheneg mercenaries, however, the battle had shifted away from Svyatoslav’s camp and into the area in-between the nearby forests. It was too late for the Pechenegs when Bardas Skleros signaled his hidden divisions, and a total of approximately 9,000 Byzantine soldiers poured out of the surrounding forests.

(Battle of Arcadiopolis by John Skylitzes c. 11th century, via Creative Commons)

The surprised Pecheneg mercenaries lost heart and fled the battlefield. The Rus and Bulgarian reinforcements from Svyatoslav’s camp arrived just in time to be swept up by the river of fleeing Pecheneg soldiers—fear is contagious, and these reinforcements, too, began to flee from the field.

With only a fraction of his enemy’s numbers, Bardas Skleros repelled Svyatoslav’s coalition, ending the immediate threat to the capital of Constantinople, and allowing time for Byzantine reinforcements to arrive from the Middle East. Some sources state Svyatoslav’s losses from the Battle of Arcadiopolis to be as large as 20,000 men, though this is clearly inflated. Miraculously, Byzantine deaths in the battle may have been as low as 550, though there would have been many more wounded. Nevertheless, the Battle of Arcadioplolis was a spectacular victory for the Byzantine Empire.

Written by C. Keith Hansley

thehistorianshut.com

Sources:

 

Τι απέγινε η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας όταν η Βασιλεύουσα έπεσε στα χέρια των Οθωμανών


https://i2.wp.com/apocalypsejohn.com/wp-content/uploads/apegine-agia-trapeza-agias-sofias-vasilevousa-epese-cheria-othomanon.jpg

Τρία καράβια ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.

Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η Αγία Τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή.

Το φαινόμενο μαρτυρούν και σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες, που έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν που οφείλεται αυτό το περίεργο φαινόμενο, αλλά λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, απέβησαν άκαρπες.

Στο βιβλίο του Δωροθέου Μονεμβασίας με τίτλο “Βίβλος Χρονική ” (1781) διαβάζουμε: ”Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος!

Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα και εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων“.

Ο πατέρας της Ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει για το περιστατικό:

Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στην θάλασσα του Μαρμαρά, άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.”

Θα μπορούσε να είναι άλλος ένας μύθος που κατάφερε να επιβιώσει τόσους αιώνες μέσα στις καρδιές των Ελλήνων. Όμως σύμφωνα με ντόπιους Τούρκους της Κωνσταντινούπολης, το σημείο αυτό είναι υπαρκτό.

Πηγή: Δημοκρατία, Έκτακτο Παράρτημα, Ινφογνώμων Πολιτικά, pronews.gr

CHICC Manchester

Centre for Heritage Imaging and Collection Care

Shaolingreece

Ομάδα μελέτης ιστορικών πολεμικών τεχνών

Αντέχουμε...

για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα μας!

ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

ΘΡΑΚΗ

Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.

A Reader's Guide to Orthodox Icons

Feeble words about powerful images

The History of Byzantium

A podcast telling the story of the Roman Empire from 476 AD to 1453

Χείλων

Ιστολόγιο Κλασσικών & Φυσικών Επιστημών

Hans Talhoffer

A Historical Martial Arts blog by Jens P. Kleinau

Photografia

A slice of life.

Forgotten Films

A look at the movies forgotten by time

mediaevalmusings

1,000 years of history in blog-sized bites.

Delving into History ® _ Periklis Deligiannis

Περικλής Δεληγιάννης - Ιστορικές Αναδιφήσεις®

Chelsea Pierce

museology and the arts

Cultural Life

Life, culture, travel, books, movies, linguistics...

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.