Προπόνηση με μακρύ αγχέμαχο όπλο (δόρυ)


Scholae Palatinae

Τα μακριά αγχέμαχα όπλα ήταν ένα από τα βασικά όπλα των Ρωμαίων της ανατολής. Με το νέο έτος θα γίνουν κύκλοι προπονήσεων πάνω στις τεχνικές των όπλων αυτών.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Byzantine Hoplomachia: Bardukion duels


Scholae Palatinae

Mace was one of the favorite weapons used by the East Roman (byzantine) army. Various names regarding mace can be found in contemporary sources, describing probably various types. Apelatikion, bardoukion, matzoukion, koryni, ropalon, ravdion, sidiroravdion are just some of these terms. Mace was carried by humble soldiers -like apelatai and akritai- ,as well as by the elite tagmata regiments of cataphracts, nobility and the emperor himself. Different types were used for throwing or just for thrusting.

Academy of Historical European Martial Arts ‘Leontes’
mail: g_e_georgas@yahoo.gr

Δείτε την αρχική δημοσίευση

ΖΗΤΟΥΝ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για αιμοδοσια

Έκκληση για αιμοπετάλια για τον πυροσβέστη που τραυματίστηκε και νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση στη φωτιά στο Ζευγολατιό.

Ο πυροσβέστης νοσηλεύεται στο 251 Γ.Ν.Α. , όσοι προσέλθουν σε μονάδες αιμοδοσίας να δώσουν το όνομα ΜΟΥΖΑΚΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ 251 Γ.Ν.Α.

 

Pammachon: Fight with principles


Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Pammachon Historical Fencing lesson by the Headmaster of Pammachon martial art Costas Dervenis. The lesson contucted at the fencing hall of the Academy of Historical European Martial Arts ‘Leontes’ and participated also Eric Hill the Pammachon martial art representative in USA.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Byzantine Hoplomachia: Bardukion duels


Scholae Palatinae

Mace was one of the favorite weapons used by the East Roman (byzantine) army. Various names regarding mace can be found in contemporary sources, describing probably various types. Apelatikion, bardoukion, matzoukion, koryni, ropalon, ravdion, sidiroravdion are just some of these terms. Mace was carried by humble soldiers -like apelatai and akritai- ,as well as by the elite tagmata regiments of cataphracts, nobility and the emperor himself. Different types were used for throwing or just for thrusting.

Academy of Historical European Martial Arts ‘Leontes’
mail: g_e_georgas@yahoo.gr

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Προπόνηση Ενόπλου Παμμάχου με τον Κώστα Δερβένη


Scholae Palatinae

Το Σάββατο 8/7/2017 είχαμε την χαρά να προπονηθούμε με τον ιδρυτή της Πολεμικής Τέχνης του Παμμάχου κ. Κώστα Δερβένη. Παράλληλα μας επισκέφτηκε και ενασκήθηκε μαζί μας ο αντιπρόσωπος του Παμμάχου στις Η.Π.Α κ. Eric Hill.

Οι ασκούμενοι προπονήθηκαν σε υψηλού επιπέδου τεχνικές στη χρήση του μακριού σπαθιού, αντιμετώπιση οπλισμένου αντιπάλου από άοπλο πολεμιστή, τεχνικές βυζαντινής σπάθης και ασπίδιου, καθώς και σπαθίον και ασπίδιου.

Τιμή και Αρετή

Δείτε την αρχική δημοσίευση

ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ


Του Γεώργιου Τσούπα, αρχαιολόγος / ιστορικός

Καρβάλη

Ξέρω τι σκέφτεστε…

Πως είναι αβίωτος τούτος ο ερημότοπος. Πως τον κατοικούνε μοναχά αγρίμια και εφιάλτες. Εδώ που τα λέμε, δεν έχετε κι άδικο πολύ – με δυσκολία μεγάλη να φυτρώσει κάποιο δέντρο, πολλώ δε μάλλον άνθρωπος.
Μα να το θυμάστε πως ακόμη και το μέρος το πιο τραχύ κι αγέλαστο, υπάρχει μια λέξη πού έρχεται και το ευφραίνει. Που κάνει την άκληρη έρημο να μοιάζει με μάνα πολύστοργη.
Που κάμνει τα άνυδρα φαράγγια να μοιάζουν με αγκαλιές μυροδροσάτες.
Που κάνει τ’ αχρείαστο να μοιάζει αναγκαίο και το απελέκητο, με καλλιτεχνίας έργο σπάνιο.
Πατρίδα, είναι η λέξη.

Πατρίδα.

Κι όπως όλες τις σημαντικές λέξεις στη ζωή, έτσι κι αυτή, σαν την δακρύσεις μόνο θε να την καταλάβεις. Όπως εγώ την δάκρυσα. Όπως όλοι όσοι έφυγαν από εδώ και την θυμόντουσαν.


Μέρος πρώτο: Η Μονή

Αν έπρεπε οι τόποι να έχουν μία αρχή, ετούτο το σκαρφάλωμα είναι η αρχή ετούτου.
Να έχει το νου του πρέπει κανείς για να ανέλθει τα λαξευμένα σκαλοπάτια, γιατί είναι έτοιμα να υποχωρήσουν σε κάθε βήμα.
Κι ο άτιμος ο άνεμος που έρχεται απ’ ολούθε, σκοπό του έχει βάλει θαρρείς να σε γκρεμίσει.
Επάνω στο βράχο στέκει το κουφάρι της Μονής της Αναλήψεως.
Μία εκκλησιά κατάμονη.
Στερημένη τα πορτοπαράθυρά της, τις εικόνες της, τους πολυελαίους, τη λαλιά και την αντίληψή της. Σαν τη ρωτάς να σου απαντήσει, μήτε που ξέρει πια να ορμηνέψει την καταγωγή της – ποια είναι και ποιες συγγένειες είχε.
Αλλά θα σου τα πω εγώ που τα θυμάμαι μέσα από τις αφηγήσεις των παλαιότερων.
Τους είχα υποσχεθεί ότι μια ημέρα θα πάω σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο και όταν δίνω την υπόσχεση μου την κρατάω – Άλλη μια αλησμόνητη πατρίδα.
Προορισμένη από τον Ιωάννη Παντελεημονίδη ήταν να γίνει ιερατική σχολή.
Χτισμένη επάνω στον βράχο, καταμεσίς στις ερημιές, για να μπορεί να ακούει πιο εύκολα το Θεό και τα κελεύσματά του.
Κι ήρθαν μετά άνθρωποι ξένοι κι ήρθαν μετά καιροί πολλοί.
Και την απάλλαξαν εντελώς από τη μνήμη της. Όλα της τα έσβησαν.
Και χάσκει τώρα περιμένοντας βουβή μια οριστική δύση να την λυτρώσει. Ένα τέλος λυτρωτικό στο βάσανό της.
Δίπλα στην εκκλησιά στέκουν γυμνοί οι κοιτώνες, ορφανεμένοι κι αυτοί από την πάσα χρήση. Ουδέποτε έγινε ιερατική σχολή, εδώ επάνω.
Ανασκουμπώνομαι κι ακολουθώ το διάδρομο.
Μόνο τα βήματά μου ακούονται, οι κραυγές των πουλιών κι ο άνεμος να με σφυροκοπάει, σα να θέλει να με διώξει. Σα να μ’εμποδίζει να δω αυτό για το οποίο ήρθα.
Παγωμένα κι άδεια δωμάτια κοιτούν χωρίς να βλέπουν τον άγριο τοπίο.
Μα δεν υπάρχει τίποτε ν’αναζητήσεις εδώ. Μόνο θλίψεις. Μόνο πέτρες.
Κι όμως, σαν φθάσεις στην κορφή του υψώματος ξαπλώνεται μπροστά σου μια λίμνη και πίσω της, ο κόσμος όλος.


Μέρος δεύτερο: Η Καρβάλη

« Γκέλβερι το έλεγαν οι Τούρκοι το μέρος μας. Καρβάλη ονομαζόταν για τους δικούς μας τους προγόνους. Στο καϊμακαμλίκι του Ακσεράι ανήκαμε. Στο μουτεσαριφλίκι της Νίγδης, στο βιλαέτι τ’ Ικονίου. Εδώ στη γη της Καππαδοκίας, στην Κεντρική Μικρασία.
Τρεις χιλιάδες Έλληνες κατοικούσαμε το Γκέλβερι. Τουρκόφωνοι ήμασταν οι πιο πολλοί.
Μα Έλληνες!! Το έβλεπες στα έθιμα και στις συνήθειές μας. Το έβλεπες στον τρόπο που γράφαμε τις τούρκικες λέξεις, χρησιμοποιώντας αλφάβητο ελληνικό. Το έβλεπες στην πίστη μας. Στους γάμους, στα βαφτίσια μας, στους αγιασμούς, στις λειτουργίες μας.
Και Τούρκους είχαμε καμπόσους. Για αιώνες ζούσαμε μονοιασμένοι κι είχε ο καθείς τη δική του τη βολή. Απλοί άνθρωποι ήμασταν, μα φαίνεται πως τέτοια μονοιάσματα, άνθρωποι σαν εμάς τα χειριζόμαστε πιο γνωστικά κι από τους μορφωμένους. Με τον καιρό, σβήνει κι ο φόβος και το μίσος. Με τον καιρό απλώνει λίγο το χέρι ο ένας, λίγο ο άλλος και πιανόμαστε.
Εμπόριο κάμαμε και με μικρές βιοτεχνίες ασχολιόμασταν. Πλούσιο μέρος δεν υπήρξαμε ποτέ. Η γη μας δεν στάθηκε ουδέποτε γενναιόδωρη με τα του λόγου μας.
Εξού πριν από καιρούς, το 18ο αιώνα, πολλοί συγχωριανοί μας Καρβαλιώτες μετανάστευσαν στην Πόλη για να βρούνε την τύχη τους.
Κάποιοι εξ αυτών γυρίσανε φτασμένοι και με τις τσέπες τους γιομάτες.
Και χτίσανε όμορφα σπίτια, δίπατα. Με αυλές και με μπαλκόνια.
Με όμορφες προσόψεις και με θεόρατες πόρτες.
Με επιγραφές που σμίλευαν οι κτήτορές τους».


«Κύριε φύλαξον τούς εν’αύτη, 1892 Μαϊ 4». Σοφή ευχή, καλή ευχή.
(φωτογραφία με την ευχή σκαλισμένη επάνω από την πρόσοψη της οικίας)
Δεν έπιασε ωστόσο.
Έτος; Χίλια οκτακόσια τόσο. Μήνας; Ιούλιος. Μόνο οι ημερομηνίες έχουνε ξεμείνει στην κεφαλή της πόρτας για να θυμίζουνε τα τότες και για να ξεκαθαρίζουν ποιανού είναι.
Χορταριασμένα είναι πια τα περισσότερα από τα σπίτια τους.
Κλειδαμπαρωμένες οι αυλόπορτές τους.
Δωμάτια που κάποτε έσφυζαν από ζωή, είναι τώρα ρημαγμένα κι έχουν επιστραφεί πίσω στη φύση. Που τα κυριεύει, σβήνοντας τα σημάδια της απονιάς.


Να ψάχνει κανείς ίσιο δρόμο στην Καρβάλη, μάταιο μοιάζει.
Μόνο ανηφοροκατηφόρες θα βρει στο διάβα του και στριφογυρίσματα.
Όλα με έναν τρόπο κρέμονται, σαν εργόχειρο κεντημένο επάνω στα βράχια.
Ένα εργόχειρο καμωμένο με πόνο αιώνων.
«Πρώτα ήρθαν οι Άραβες. Ύστερα οι Σελτζούκοι και οι Οθωμανοί.
Ακρίτες ήμασταν, οι πρώτοι χαμένοι πάντα. Μυστήριο θάμα η επιβίωσή μας, μήτε μπορώ και να στο εξηγήσω. Ίσως που ήμασταν πολλοί σε τούτη την κωμόπολη. Ίσως που μείναμε μαζί. Μία κοινότητα συμπαγής κι αποφασισμένη.
Όταν επέστρεψαν εδώ οι Καρβαλιώτες από την Πόλη, αρχίνισαν να αγοράζουνε τη γη. Αλλάξανε οι όροι και πέρασαν σύντομα οι Τούρκοι στη δούλεψή μας.
Τέτοια ήταν η δύναμη και η ισχύς μας εδώ που και τους νόμους τους Οθωμανικούς, τους αψηφάγαμε.
Κι εκκλησίες χτίσαμε και ελληνικά σχολεία. Συλλόγους και συντεχνίες. Ένας Ελληνισμός άλλος από αυτόν που έχεις μάθει και συνηθίσει. Ασιατικός. Μία άλλη ποιότητα. Μία άλλη εκδοχή.
Κι ύστερα;
Ναι, ήρθαν τα ύστερα. Το είχαμε μάθει πως έγινε μέγα κακό στη Σμύρνη.
Πέρασαν όμως μήνες για να έρθει σε μας το χουνέρι.
Μήνες που δεν ελπίζαμε, που υποθέταμε και που συλλογιόμασταν. Μέχρι το 1924 που ήρθαν και μας ανακοίνωσαν πως θα γίνει ανταλλαγή. Ναι, ανταλλαγή…
Έφτασαν τότες στο χωριό μας οι Τούρκοι πρόσφυγες, ταξιδεμένοι από χιλιόμετρα πολλά μακριά. Από την Καστοριά και την Κοζάνη, είπανε. Οι δύστυχοι είχαν κακοπεράσει στη διαδρομή και έφτασαν αποστεωμένοι. Πολλοί πέθαναν δεν τους σήκωνε ο τόπος. Κάποιους φτωχούς, τους πήραμε σπίτια μας και τους ταΐζαμε, γιατί οι ντόπιοι Τούρκοι καθόλου δεν τους νοιάστηκαν.
Κι αργότερα αποφασίστηκε: κάποιες συνοικίες δικές μας έπρεπε να αδειάσουν ολότελα για να εγκατασταθούν εκεί οι πρόσφυγες.»


Μέρος τρίτο: Τρωγλοδύτες

Περίεργο θα σου φανεί μα το σκέλος του οικισμού με τους ασφαλτοστρωμένους σήμερα δρόμους ή τα παλιά λιθόστρωτα καλντερίμια, με τα δίπατα αρχοντόσπιτα με τις μεγάλες πόρτες και τις αυλές είναι το νεώτερο και λιγότερο ενδεικτικό του τρόπου που ζούσανε για αιώνες σε αυτόν τον τόπο.
Είναι ο οικισμός που χτίστηκε τον 18ο αιώνα και μετά.
Μα για να βρει κανείς την Καρβάλη και να την γνωρίσει, θα πρέπει να προσπεράσει τα τελευταία σπίτια της που βρίσκονται γαντζωμένα στις άκρες των γκρεμνών της και να κατηφορίσει μέσα στο φαράγγι που χάσκει μπροστά τους.
Να κάνει μία κατάβαση πρέπει, στα πανάρχαια σπλάχνα της.
Και να ανακαλύψει τον τρωγλοδυτικό συνοικισμό της. Με τα αμέτρητα λαξευμένα σπίτια, τα παρεκκλήσια, τους ναούς και τις στοές που σχηματίζουν σκοτεινούς λαβύρινθους βαθιά μέσα στα βράχια.
Εδώ ζούσανε από παλιά κι ακόμα παλαιότερα, από τα χρόνια τα Βυζαντινά. Ασφαλισμένοι από καιρούς κι οχτρούς και εποχές. Στις τρύπες αυτές που σκάψανε με τον δικό τους κόπο, είχανε δέσει τις ζωές τους.
Κι αν αναρωτήθηκες πριν πώς επιβιώσανε τους τόσους επιβουλάτορες, ιδού η απάντηση που γύρευες: Ασφαλισμένοι μέσα στα έγκατα της γης τους, που στα δύσκολα, σαν κήτος, τους δεχόταν στην κοιλιά της.
Τα σπίτια αυτά, τα λαξεμένα, έχουν χτιστές μονάχα τις προσόψεις τους.
Στις ταράτσες, έβαζαν χώμα και σιάχνανε κήπους κι επάνω από τους κήπους, άλλα σπίτια. Φωλιές ανθρώπων μέσα στις πέτρες.
Στο τέλος της κατεβασιάς βρίσκεται η καρδιά και η ψυχή τους.
Η αναφορά και το αγκυροβόλι τους.
Ο ναός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου!!!


Μέρος τέταρτο: Η ανταλλαγή

Ήταν σπουδαία και ξακουστή αυτή η εκκλησία. Καύχημα όλων και πατρίδα τους.
Βλέπεις, εδώ ήταν θησαυρισμένο από το 390 μ.Χ. το σκήνωμα τ’ Αγίου Γρηγορίου.
Που γεννήθηκε στο Νανζιανζό και τον ξέρουμε ως έναν από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Το καμπαναριό, το κάνανε δώρο οι κάτοικοι της Οδησσού και το περίτεχνό της τέμπλο, δώρο ο Τσάρος Νικόλαος ο Α’.
Εδώ ήρθανε κι εκείνη τη μέρα, την αποφράδα.
Όταν έφτασε επιτροπή από την Ελλάδα για να κανονίσουν την ανταλλαγή.
Τους σύστησαν να μη φοβούνται, τους ορμήνεψαν να πουλήσουνε ότι μπορούνε από την κινητή τους περιουσία και τα υπόλοιπα, μαζί τους.
Μα γίνεται να αμπαλάρεις με ένα πρόσταγμα μια ολόκληρη ζωή; Και πώς να αφήσεις τη γη αυτή που σκάβεις τόσους αιώνες, τη μόνη γη που ξέρεις;
Ναι, εδώ ήρθανε εκείνη τη μέρα, την αποφράδα.
Στην εκκλησία του Γρηγορίου Θεολόγου. Για την τελευταία λειτουργία. Πήρανε το λείψανο του Αγίου, τις εικόνες, τους πολυελαίους, τα δισκοπότηρα και τα καντήλια. Ξηλώσανε από τον τρούλο το σιδερένιο σταυρό που ζύγιζε πολλές οκάδες.
Και τα βάλανε όλα σε καμιά πενηνταριά κάσες, που ζύγιζαν η καθεμιά από 50 έως 120 οκάδες. Εκποιήσανε από τα δικά τους τα περιουσιακά όσα προλάβανε, φορτώσανε σε καμήλες ότι μπορούσανε κι αντίο.
Μα πώς να το πεις αυτό το αντίο το στερνό;
Πώς να το εννοήσεις;
Στο κατευόδιο έκλαιγαν οι Τούρκοι του Γκέλβερι μαζί τους και τους παρακαλούσαν να μη φύγουνε. Κάποιοι λιγοψυχήσανε, τους συνετίσανε οι άλλοι.
«Ρωμιοί ήμαστε, πρέπει να πάμε στους Ρωμιούς. Τουλάχιστον θα ήμαστε ανάμεσα σε χριστιανούς εκεί, πόσο να κακοπάθουμε;»
Πήρανε το δρόμο για τ΄Ακσεράι.
Μα βγήκαν μπροστά στους αραμπάδες τους Τούρκοι από τα διπλανά χωριά.
Το Περίστρεμμα και το Κιζίλκαγια.
Να ξεπληρώσουν ήθελαν τα χρέη, δίνοντας τους σιτάρι.
Μην το έχουνε βάρος στη συνείδησή τους.
Μα τί να το έκαναν το σιτάρι, φευγάτοι καθώς ήσαν;
Σαν είδαν πως η επιμονή τους, δεν έφερνε αποτέλεσμα, άρχισαν να βάζουν στα στόματα των παιδιών μπουκιές από πίτες με τυρί και μέλι.
Και όλο παρακαλούσαν:
«Φάε γιαβρίμ και πες χαλάλ!» Ορμηνέψανε τα παιδιά να δεχθούν το πεσκέσι και να τους πουν «Χαλάλ ολσούν!» Όταν τ´άκουσαν το χαλάλ οι Τούρκοι, τους αγκάλιαζαν και τους φιλούσαν από τη χαρά τους!
Σας μεταφέρω αποσπάσματα από τις διηγήσεις παλαιότερων:
«Στο Ακσεράι μείναμε μία νύχτα και κατόπιν κινήσαμε για το Έρεγλι και μετά για τη Μερσίνα, από όπου εμπαρκάραμε με πλοία πούχαν έρθει να μας πάρουν.
Εμείς μπήκαμε σε ένα πλοίο τούρκικο ναυλωμένο, άλλοι σε καράβι ρωμέικο πούχε έρθει απ΄την Ελλάδα. Τέσσερις μέρες ταξιδεύαμε στη θάλασσα – κάποιοι από εμάς, πρώτη φορά την βλέπαμε. Άχου, απέραντη μάς φάνηκε και άγρια, γιαβρίμ. Από νερό, μόνο τη λίμνη ξεύραμε που βρίσκεται μπροστά απ’ την Καρβάλη.
Καταμεσίς του πέλαου και ανοικτά της Σκύρου, καπνός πολύς αρχίνησε να βγαίνει από το αμπάρι. Φωνές πολλές και κλάματα, τρομάξαμε πως πνιγόμασταν.
Κάποιος κατάφερε και βούλωσε την τρύπα και ευτυχώς, γλιτώσαμε. Τότες είπαμε πως να, το έκαμε το θάμα του ο Άγιος πούχαμε μαζί στην κάσα!
Φθάσαμε στο Καραμπουρνού της Σαλονίκης, όπου μείναμε δυο βδομάδες σε καραντίνα. Από εκεί μας επήγαν στην Καβάλα με προορισμό ένα μέρος πούχε επιλεγεί για την εγκατάστασή μας. Τρεις μέρες περιμέναμε στην παραλία ώσπου να έρθουν και οι άλλοι δικοί μας από τον Πειραιά, αυτοί πούχαν ταξιδέψει με το ελληνικό καράβι.
Ήταν όλοι τους σε χάλια απερίγραπτα. Αγνώριστοι, συμφοριασμένοι, ισχνοί, ψειριασμένοι, κουρεμένοι, άντρες και γυναίκες. Αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε την ορφάνια μας.
Τους είπαμε εμείς τα δικά μας, μας είπαν εκείνοι τα δικά τους. Το πλοίο που τους πήρε από την Μικρασία, το έλεγαν ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ. Καπετάνιος και ναύτες ήσαν Έλληνες βασιλικοί. Τους έβριζαν και τους έλεγαν τουρκόσπορους.
Κατάβρεχαν κάθε τόσο το πάτωμα του παποριού και τα στρώματα που ήσαν ξαπλωμένοι για να αρρωστήσουνε και να πεθάνουν.
Πράγματι πέθαναν καμπόσοι, τους τύλιγαν στα στρώματά τους, τους έδεναν με σίδερα και τους πετούσανε στη θάλασσα.
Εντέλει φθάσαμε όσοι απομείναμε ζωντανοί στο χώρο που μας υπέδειξαν.
Δέκα χιλιόμετρα ανατολικά από την Καβάλα, σε μια τοποθεσία που ήταν άλλοτε τσιφλίκι ενός κάποιου Σισμάνογλου. Πούχε σιάξει το σανατόριο.
Μα ήταν το μέρος δύσβατο, κατσαρό, βαλτώδες. Γιομάτο θάμνους ακανθωτούς. Που έσκιζαν τα ρούχα μας σαν κάμαμε να πάμε από το ένα τσαντίρι στο άλλο. Κι ύστερα ήρθε το κρύο και η βροχή. Κι ένας αέρας παγωμένος. Όλα επάνω μας, σ’εμάς τους εκτεθειμένους τρωγλοδύτες. Που ήμασταν πια ξένοι παντού. Καμπόσοι δεν άντεξαν και πέθαναν.
Το Μάη μήνα κατεβήκαμε κοντά στη θάλασσα. Και είπαμε πως είτε θα πεθάνουμε, είτε θα ζήσουμε, ενδιάμεσο δεν έχει.
Και χτίσαμε μια δεύτερη πατρίδα να κατοικήσουμε. Όχι εύκολο δεν ήταν.
Μα όταν ο άνθρωπος δεν έχει επιλογές, απλώς να προσπαθήσει του απομένει.
Μας πήρε μήνες και χρόνια. Μας πήρε ζωές ολόκληρες. Αλλά εντέλει τον πρασινίσαμε τον τόπο. Μεγαλώσανε τα δέντρα και καρποφόρησαν οι κόποι. Και το βαφτίσαμε το μέρος, Νέα Καρβάλη».


Επιμύθιο: Η πατρίδα

Στέκομαι σιωπηλός στο κέντρο του Ναού του Άγιου Γρηγορίου του Θεολόγου, εδώ στην Καρβάλη, που είναι πλέον τζαμί. Κι έχει στρωθεί το δάπεδό του με χαλιά για την προσευχή των μουσουλμάνων.
Παρατηρώ τον άμβωνα που παραμένει σχεδόν άθικτος.
Να τον κουβαλήσουν οι Καρβαλιώτες δεν μπόρεσαν. Διεσώθη όμως. Και να τον δεις μπορείς ακόμα, σαν έρθεις μέχρις εδώ.
Ύστερα το βλέμμα μου υψώνεται στον ασβεστωμένο τρούλο.
Γύρω του στριφογυρίζει η ιστορία αυτού του τόπου.
Οι άνθρωποι που λάξευαν μία πατρίδα μέσα στους βράχους.
Που γράφανε τα τούρκικα με ελληνικά γράμματα.
Που Ακρίτες ήσαν πάντοτε κι Ακρίτες παραμείναν.
Μια σκάλα υπόγεια οδηγεί έξω από τον ναό, σε μία κατασκότεινη αίθουσα που το αγίασμα ακόμα αναβλύζει.
Συνεχίζει αυτός ο τόπος να δακρύζει.
Περπατώ στην αυλή του ναού, ανάμεσα στις τόσες ταφόπλακες με τους σταυρούς και αναγνωρίζω ονόματα. Τα διαβάζω μεγαλόφωνα για να ακουστούν ξανά, έστω και μια φορά, σε αυτή την ησυχία.
Λες και καλώντας τα ονόματά τους, ανατρέπω για μια στιγμή τη λήθη τους.
Ανακαλώ τη θύμησή τους.
Κοιτάζω για μία φορά ακόμη την Καρβάλη. Που στέκει σαν σκηνικό υπερβατικό, σαν μια πατρίδα άδεια.
Και την ευχαριστώ.
Που μου έδειξε και μου έμαθε από την αρχή, πως ακόμα κι ερημότοποι αβίωτοι όπως ετούτο, ακόμα και μέρη που τα κατοικούνε αγρίμια κι εφιάλτες, ακόμα κι εποχές που μετριούνται από τον ένα επιβουλάτορα στον επόμενο, μπορούν να ανθίσουν.
Και να γενούν πατρίδες.
Και όταν αυτό το καταλάβεις, τότες όλα πιο όμορφα, σου φαίνονται. Πιο ήσυχα, πιο ήρεμα κι απλά. Μαλακώνει το μέσα σου και βρίσκει ο πόνος, παρηγοριά.

 

CHICC Manchester

Centre for Heritage Imaging and Collection Care

Shaolingreece

Ομάδα μελέτης ιστορικών πολεμικών τεχνών

Αντέχουμε...

για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα μας!

ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

ΘΡΑΚΗ

Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.

A Reader's Guide to Orthodox Icons

Feeble words about powerful images

The History of Byzantium

A podcast telling the story of the Roman Empire from 476 AD to 1453

Χείλων

Ιστολόγιο Κλασσικών & Φυσικών Επιστημών

Hans Talhoffer

A Historical Martial Arts blog by Jens P. Kleinau

Photografia

A slice of life.

Forgotten Films

A look at the movies forgotten by time

mediaevalmusings

1,000 years of history in blog-sized bites.

Delving into History ® _ Periklis Deligiannis

Περικλής Δεληγιάννης - Ιστορικές Αναδιφήσεις®

Chelsea Pierce

museology and the arts

Cultural Life

Life, culture, travel, books, movies, linguistics...

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.